Τώρα τελειώνει ο Ψυχρός Πόλεμος, με νικητή την (κέντρο-Δεξιά)

Μετά από εξήντα χρόνια ψυχρού πολέμου, κατά τη διάρκεια του οποίου, σε μεγάλο βαθμό, τα οικονομικά –ως επιστήμη- αναπτύχθηκαν πάνω σε πολιτικές-ιδεολογικές βάσεις, η σημερινή κρίση φέρνει στο προσκήνιο μια μεγάλη αλήθεια η οποία, αν και πασιφανής, δεν έχει λάβει τη προσοχή που της αξίζει. Στο δυτικό κόσμο, η κευνσιανή λογική δέχτηκε, στις αρχές της δεκαετίας του 1980, την επίθεση της σχολής της Βιέννης, η οποία αναβίωσε πολιτικά με την αποτυχία των κρατικών παρεμβάσεων. Μέσα από τα πρόσωπα της Μάργκαρετ Θάτσερ στο Ηνωμένο Βασίλειο, και του Ρόναλντ Ρήγκαν στις ΗΠΑ, οι οποίοι, βασιζόμενοι στη λογική της απόλυτης κυριαρχίας της αγοράς, επέφεραν την αναβίωση των οικονομιών τους, η λογική της Βιέννης, η οποία αντιμετωπίζει με μεγάλο σκεπτικισμό το ρόλο του κράτους στην οικονομία, κέρδισε την ιδεολογική μάχη. Καθόλου τυχαίο δεν είναι το γεγονός ότι, οι Αγγλοσάξονες της δυτικής σχολής, με πρώτο θεωρητικό τους τον Μίλτον Φρίντμαν, έστρεψαν το βλέμμα στην προσφορά ως μέσο στήριξης της οικονομίας, σε αντίθεση με τον Κέυνς που στράφηκε στην ζήτηση. Μόνο μετά την δραματική εμπειρία της επιδημίας νομισματικών και τραπεζικών κρίσεων στο τέλος του περασμένου αιώνα, μπόρεσε δειλά-δειλά να στραφεί η δυτική επιστήμη των οικονομικών εκ νέου στο ρόλο των θεσμών. Στον δε Σοβιετικό κύκλο, εκτός από το κοινωνικό λεξιλόγιο στην οικονομική πολιτική (το οποίο ακόμα παρατηρείται στην Αριστερά), η επιστήμη αξιοποίησε τις τεχνολογικές εξελίξεις για να αναλύσει το ρόλο του κράτους στην οργάνωση της οικονομίας.

Σήμερα, τα κατάλοιπα αυτών των νοοτροπιών δεν έχουν εκλείψει. Για πολλά χρόνια, στην Κύπρο (και, σε λιγότερο βαθμό στην υπόλοιπη Ευρώπη) το λεξιλόγιο –και οι πολιτικές εισηγήσεις- της Αριστεράς, εστιάζονταν στις κοινωνικές παροχές και την χρηματική στήριξη των ασθενέστερων στρωμάτων της οικονομίας ως κυριότερη και πιο επείγουσα ανάγκη σε περιόδους οικονομικών πιέσεων. Με τη σειρά της, η Δεξιά στρεφόταν κυρίως προς τις επιχειρήσεις.

Σήμερα, κάτι αλλάζει. Το γεγονός ότι τα οικονομικά προβλήματα δεν είναι απλά προβλήματα που σχετίζονται με την παραγωγή και τους οικονομικούς δείκτες, γίνεται σιγά-σιγά αντιληπτό. Η επιβράδυνση της οικονομίας, η πιστωτική στενότητα, η αύξηση της ανεργίας, και η μείωση της απασχόλησης, είναι, πάνω από όλα, κοινωνικά προβλήματα.  Έχουν, όμως, λύσεις που, στη φύση τους, ανήκουν στη σφαίρα της οικονομικής επιστήμης, και όχι της ιδεολογικής τοποθέτησης.

Η γενικότερη τάση που παρατηρείται σήμερα στον Ευρωπαϊκό χώρο, είναι πως η οικονομία πρέπει να θωρακιστεί, αντί να δεχτεί επιθέσεις που θα μειώσουν περαιτέρω την οικονομική δραστηριότητα. Η «Μάχη των ιδεών», όπως την αποκάλεσε ο νομπελίστας Γιέργκιν, σήμερα κλίνει προς το κέντρο, ξεγυμνώνοντας, έτσι, τόσο τις «αγγλοσαξονικές» νεοφιλελεύθερες αντιλήψεις, όσο και την Αριστερά. Αμφότεροι ποτέ δεν μπόρεσαν να εδραιωθούν ως πολιτικές δυνάμεις στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ιδίως μετά το 1989. Χαρακτηριστική είναι η «συγγένεια» των πολιτικών που εισηγούνται Σοσιαλιστές και Χριστιανοδημοκράτες στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο σε θέματα κοινωνικής και οικονομικής πολιτικής, μια συγγένεια, μάλιστα, που προκαλεί σήμερα αμηχανία εν όψει ευρωεκλογών, αφού δυσχεραίνει τις αμοιβαίες προεκλογικές επιθέσεις.

Παρά την επιμονή ότι το καπιταλιστικό σύστημα έχει πια «καταρρεύσει», ο ιδεολογικός νικητής που αναδεικνύεται μέσα από τη διεθνή οικονομική κρίση είναι ο Κέυνς, του οποίου οι τοποθετήσεις είχαν ως πρώτο εκφραστή τον Ρούσβελτ στις ΗΠΑ και τον Μιττεράν (μετά το 1984) στην Ευρώπη. Το «κέντρο», όμως, πιστεύει στη δύναμη της αγοράς. Στη «μάχη των ιδεών», κρίσιμης σημασίας είναι και το νέο δεδομένο που προκύπτει σχετικά με τις ιδεολογικές διαφωνίες μεταξύ της Δεξιάς και της Αριστεράς. Ο νόμος του Σέυ, ότι, δηλαδή, η παραγωγή δημιουργεί ζήτηση διά των εισοδημάτων που αποκομίζουν οι απασχολούμενοι εργάτες, δικαιώνεται. Μια από τις πιο ουσιαστικές προβλέψεις του Μαρξ, ότι η αύξηση της παραγωγής «εκποιεί» τα εισοδήματα των εργατών χάριν των μεγάλων κεφαλαίων, αποδεικνύεται, με τις σημερινές οικονομικές συνθήκες πως ισχύει μόνο στην Βικτωριανή βιομηχανική οικονομία. Μπορεί να πει κανείς, μεταξύ σοβαρού και αστείου, ότι τον Μαρξισμό τον σκότωσε ο συνδικαλισμός.

Σήμερα, Αριστερά και κέντρο-Αριστερά στρέφονται εναγωνίως προς το νόμο του Σέυ, εγκαταλείποντας ένα από τους ακρογωνιαίους λίθους του Μαρξισμού, με την ελπίδα ότι η αύξηση της οικονομικής δραστηριότητας θα στηρίξει τα εισοδήματα και θα διασώσει, έτσι, τόσο το «μεγάλο κεφάλαιο», όσο και τους εργάτες, από τα δεινά της οικονομικής κρίσης. Πουθενά δεν είναι πιο ορατό αυτό το φαινόμενο από την Κύπρο, όπου ο μηχανισμός της στήριξης της οικονομίας περνά μέσα από την παραγωγή. Η βασική υπόθεση των μέτρων της Κυβέρνησης, είτε αυτά αφορούν τη στήριξη του τουρισμού και των κατασκευών, είτε αυτά αφορούν τον εμβολιασμό της αγοράς με ρευστότητα, είτε, ακόμα, αφορούν την αντιμετώπιση της παράνομης απασχόλησης, είναι πως, μέσα από την ενδυνάμωση των επιχειρήσεων, μικρομεσαίων ή και μεγάλων, στηρίζεται ο εργαζόμενος και το νοικοκυριό του.  

Όταν ο Λένιν δήλωνε ότι για να κατανοήσει κανείς τον Μαρξ πρέπει πρώτα να κατανοήσει τον Χέγκελ, έθετε τον διαλεκτικό χαρακτήρα του «Κεφαλαίου» στο επίκεντρο της ανάλυσης της Μαρξιανής θεωρίας.  Ο κύκλος, όμως, έσπασε όταν η δεξιά απέρριψε την Βικτωριανή λογική των κερδών, και υιοθέτησε τις ανησυχίες της Αριστεράς. Μεγάλη ειρωνεία, φυσικά, αποτελεί το γεγονός ότι πρώτος «δεξιός» που ικανοποίησε τις ανησυχίες της Αριστεράς, ήταν ο Bίσμαρκ. Στην Κύπρο, ωστόσο, η Βικτωριανή λογική των κερδών δεν αποτέλεσε ποτέ ιδεολογία του κυρίως ρεύματος, σε κανένα πολιτικό χώρο, ούτε καν σε πολιτικά κόμματα ή κινήσεις που θεωρούσαν εαυτό οπαδό της νεοφιλελεύθερης λογικής. Ακόμα και αυτοί, πίστευαν (τουλάχιστον τις τελευταίες δεκαετίες) στους θεσμούς του κράτους και στη στήριξη των δικαιωμάτων των εργαζομένων. Η Κύπρος ήταν και παραμένει μια ανοικτή οικονομία, με Κευνσιανές καταβολές, η οποία έχει απορρίψει, τόσο την λογική των σχολών της Βιέννης και του Σικάγο, όσο και του Μαρξισμού(-Λενινισμού). Και έχει, για αυτό, τον λόγο, σταθεί με επιτυχία σε μεγάλες φουρτούνες της διεθνούς οικονομίας. Η «μικτή» οικονομία δεν αποτελεί επιχείρημα κατά της λογικής που ίσχυε πάντοτε στην Κύπρο. Αποτελεί, απλά, την υιοθέτηση του λεξιλογίου που αφορά το Γαλλικό «dirigisme» σε μια χώρα που λειτουργεί με βάση, απλά, τη λογική, εδώ και δεκαετίες. Η στροφή σε ιδεολογικά επιχειρήματα, είναι αφελής, αλλά και επικίνδυνη διότι δίνει την εντύπωση ότι το μέλλον της οικονομίας μας βασίζεται σε ιδεολογικές, και όχι λογικές, επιλογές. Το τέλος του καπιταλισμού, του δικού μας καπιταλισμού, ακόμα αργεί.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.