Ο διάβολος (δεν) φοράει «fair trade…»

Όταν το 1952, ο ελληνοαμερικάνος John Rigas αγόραζε μία εταιρία επικοινωνιών για 300 δολάρια, σίγουρα δεν είχε στα σκαριά την δημιουργία του κολοσσού της Adelphia. Όταν το 1972 «έκτιζε» με τον αδερφό του, Gus, την Adephia, σίγουρα δε είχε ως στόχο την εξαγορά της Century Communications.
Όταν, όμως, αγόραζε, το 1990, την Century Communications, πολύ πιθανών να είχε υπόψη του τις υπεξαιρέσεις που θα διέπραττε στα τέλη της δεκαετίας. Όταν ο γιός του, Jim, ανακάλυψε τα ποσά που ο πατέρας του υπεξαιρούσε από την Adelphia, με σκοπό να αγοράσει πολυτελή διαμερίσματα στο Μανχάτταν και ένα μικρό στόλο ιδιωτικών τζετ, αποφάσισε να δράσει: έθεσε στον πατέρα του το όριο των 1,000,000 δολαρίων που μπορούσε να υπεξαιρέσει κάθε μήνα.
Τελικά, όταν το σκάνδαλο έγινε γνωστό, κυκλοφόρησε το αστείο πως η οικογένεια Rigas επιθυμούσε να αποικίσει τον Άρη. Αλλιώς, λέει το ανέκδοτο, δεν εξηγούνται τα 2,3δισ. δολάρια που υπεξαίρεσαν και ακόμα δεν έχουν εντοπιστεί.
Το βασικότερο ερώτημα που είχε τεθεί, όμως, ήταν «how much is enough?». Η κάθε επιχείρηση έχει ως στόχο της το κέρδος. Αυτός ο στόχος δεν σχετίζεται μόνο με την απληστία των επιχειρήσεων, αλλά αποτελεί και κοινωνική προσφορά. Το κέρδος είναι ευθύνη των επιχειρήσεων έναντι των μετόχων τους, που επενδύουν στη μετοχή τους το υστέρημά τους. Ωστόσο, το ερώτημα είναι, πόσα είναι αρκετά; Υπάρχει ένα επίπεδο κερδών που είναι αρκετό; Μπορεί ο καπιταλισμός να λειτουργήσει εάν οι εταιρίες θέσουν ένα ανώτατο όριο στα κέρδη τους;
Ένα τέτοιο όριο μπορεί να σχετίζεται, φυσιολογικά, και με τα επίπεδα κεφαλαιοποίησης της κάθε εταιρίας. Θα σχετίζεται, ακόμα, και με τα περιθώρια δαπανών και εσόδων, καθώς και με την κεφαλαιοποίηση. Ωστόσο, μετά από το «αμερικανικό» στυλ, απότοκο της ρεϊγκανικής δεκαετίας του 1980, άρχισαν τα τελευταία χρόνια να δείχνουν πως υπάρχει ένα όριο κερδών, κεφαλαιοποίησης και αποδόσεων που πρέπει να θεωρείται «αρκετό».
Η παθολογία που εκδηλώθηκε, στη συνέχεια, και με την ENRON, πήρε τελικά διαστάσεις όταν οι καλοί καιροί έφτασαν σε ένα τέλος. Το 2008 θα μείνει γνωστό ως το έτος της κρίσης, αλλά θα μπορούσε κάλλιστα να μείνει στην ιστορία και ως έτος σκανδάλων. Ο Madoff ήταν μόνο ο πιο ικανός από όσους εγκατέλειψαν κάθε ηθικό περιορισμό. Η Ευρώπη δεν έμεινε χωρίς τα δικά της σκάνδαλα (π.χ. η Parmalat προηγήθηκε της κρίσης κατά μερικά χρόνια) αλλά ο χλευασμός που δεχόταν η δική μας ήπειρος από τους αμερικανούς διότι οι «υπερβολικοί» κανονισμοί πίεζαν τα κέρδη, μπορεί και επίσημα να αντιστραφεί.
Την ίδια στιγμή, σειρά ακαδημαϊκών αναλύσεων και μελετών, φτάνουν στο συμπέρασμα ότι η εταιρική ευθύνη (CSR) ασκεί αυξητικές πιέσεις στα κέρδη, μέσα από μία σειρά από μηχανισμούς της αγοράς, εκ των οποίων απλούστερος είναι το branding. Ακόμα, μελέτες σε Γαλλία και Ηνωμένο Βασίλειο καταγράφουν αυξητικές τάσεις ακόμα και στην τιμή των μετοχών μέσα από το CSR. Πέρα από την επίδραση του branding, έχει πλέον καταγραφεί και σε ακαδημαϊκές αναλύσεις η επιθυμία πολλών επενδυτών να κατέχουν μετοχές σε εταιρίες με «ηθική» ταυτότητα. Μάλιστα, έχει καταγραφεί πως η ελαστικότητα της τιμής των μετοχών (αλλά και της κεφαλαιοποίησης) προς τα κέρδη και τις προοπτικές των εταιριών με υψηλό «ηθικό» προφίλ, είναι μικρότερη από τις άλλες, και οι επενδυτές επιθυμούν να τις διατηρούν ακόμα και όταν οι επιχειρήσεις δεν ακολουθούν και την καλύτερη πορεία στην πραγματική αγορά.
Ωστόσο, τα κέρδη από την «ηθική» δράση των επιχειρήσεων, φαίνεται πως αυξάνονται και μέσα από τις πωλήσεις. Άλλες μελέτες καταγράφουν ότι πολλοί αγοραστές έχουν την διάθεση να καλύψουν μεγαλύτερες αποστάσεις και να πληρώσουν premia για ηθικά προϊόντα. Παράδειγμα αποτελούν οι πωλήσεις της Nike στην δυτική Ευρώπη, που δέχθηκαν μεγάλα πλήγματα από το ανεπίσημο «μποϋκοτάζ» μετά από αποκαλύψεις ότι απασχολούσε ανήλικους στα εργοστάσιά της στην νοτιοανατολική Ασία. Άλλο παράδειγμα αποτελούν τα προϊόντα με ετικέτα “fair trade”. Η Starbucks διαφημίζει τις ανεβασμένες τις τιμές (σε κάποιες από τις αγορές της), σημειώνοντας πως οφείλονται στην πολιτική “fair trade” που ακολουθεί.
Φαίνεται, έτσι, πως το business δεν είναι «πόλεμος» όπως μας έμαθαν οι σοφοί της Wall Street τη δεκαετία του 1980, και πως δεν επιτρέπονται τα πάντα στην αναζήτηση κερδών. Αποδεικνύεται, ακόμα, πως μπορεί μία εταιρία και να λειτουργεί ηθικά και να κάνει μεγάλα κέρδη. Τα δύο, μαθαίνουμε σήμερα, δεν είναι ασυμβίβαστα, αλλά μάλλον μπορούν να συμβαδίσουν, και το ένα να ενισχύσει το άλλο.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s