Οιδίπους, Κασσάνδρα και τριετή ομόλογα

Ο Καρλ Πόππερ, εκ των μεγάλων φιλοσόφων των επιστημών, γράφοντας κατά του ιστορικισμού, έκανε πρώτος αναφορά στο «Οιδιπόδειο φαινόμενο». Σε αντίθεση με τα φροϋδικά συμπλέγματα, ο Πόππερ αναφέρεται στο γεγονός ότι η προφητεία που δόθηκε στον βασιλιά των Θηβών αποτέλεσε το κεντρικό γεγονός που κατέστησε αναπόφευκτη τη μοίρα του ήρωα: επιχειρώντας να αποφύγει το φρικτό του πεπρωμένο, ο Οιδίπους εγκατέλειψε την Κόρινθο. Στο δρόμο προς την Θήβα, έπαθε ακριβώς αυτό που ήθελε να αποφύγει.
Πέρα από τις φιλοσοφικές συζητήσεις, τις ρήσεις του Ηράκλειτου και τα συμπλέγματα, το παράδειγμα του Οιδίποδα έφτασε και στην οικονομική θεωρία, όπου αναγνωρίστηκε ο ρόλος που διαδραματίζουν οι προσδοκίες των παικτών της οικονομίας στη μελλοντική πορεία των δεδομένων. Εάν, για παράδειγμα, άπαντες αναμένουν ότι ένα νόμισμα θα υποτιμηθεί, τότε οι επενδυτές θα το εγκαταλείψουν, προκαλώντας υποτίμηση.
Η απόφαση της κυβέρνησης να προχωρήσει στην έκδοση τριετών ειδικών ομολόγων έχει χαιρετιστεί από όλους τους φορείς με μεγάλη ικανοποίηση. Η προσδοκία ότι θα μπορούν τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα (ΧΠΙ) να αντλήσουν φθηνή ρευστότητα και να μειώσουν τα δανειστικά επιτόκια, μπορεί να αλλάξει άρδην το κλίμα στην οικονομία. Η κίνηση ήταν σίγουρα απαραίτητη, και χωρίς την τόνωση της ρευστότητας του τραπεζικού συστήματος και τη μείωση του κόστους χρήματος, η κυπριακή οικονομία θα ήταν καταδικασμένη σε συνέχιση της ύφεσης και σε μακρά, ρηχή ανάκαμψη.
Η τόνωση της ψυχολογίας της αγοράς θα συμβάλει, χωρίς αμφιβολία, στην επιτάχυνση της ανάκαμψης μέσα από την αύξηση, τόσο των επενδύσεων όσο και της κατανάλωσης. Ωστόσο, μπορεί να ήταν απαραίτητη η λήψη μιας απόφαση για την έκδοση ομολόγων και την παραχώρηση, εκτός από φθηνό χρήμα, και μίας ισχυρής δόσης prozac στην οικονομία, αλλά ήταν μία κίνηση απαραίτητη αλλά όχι αρκετή.
Το πρώτο ζήτημα που προκύπτει, είναι κατά πόσον θα μειωθούν, τελικά, τα επιτόκια στο βαθμό που αναμένεται. Η κυβέρνηση, βάσει προβλέψεων της Κεντρικής Τράπεζας, εκτιμά πως η άντληση φθηνής ρευστότητας από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα θα επιτρέψει τη μείωση των επιτοκίων, αφού οι τράπεζες δεν θα «πληρώνουν» τη ρευστότητα με τους ρυθμούς του 4,5%, που σήμερα επωμίζονται για τις καταθέσεις. Ωστόσο, τα επιτόκια δεν αυξήθηκαν (μόνο) διότι το χρηματοπιστωτικό σύστημα δυσκολευόταν να ελκύσει καταθέσεις. Αντίθετα, αυξήθηκαν διότι τα ΧΠΙ είχαν αρχίσει τους τελευταίους μήνες ένα έντονο «πόλεμο» για τη διατήρηση μεριδίων αγοράς. Σε αυτό τον πόλεμο, το κάθε ίδρυμα χρησιμοποιούσε φουσκωμένα καταθετικά επιτόκια για να εξασφαλίσει τους πελάτες του και να διατηρήσει την συγκριτική του θέση μέσα στο σύστημα. Αυτός ο πόλεμος φαίνεται να έχει κοπάσει, αλλά δεν είναι ξεκάθαρο κατά πόσο αυτή η «εκεχειρία» θα είναι μόνιμη. Για την εδραίωση μιας μόνιμης «εκεχειρίας», ιδιαίτερο ρόλο θα έχουν οι δύο κεντρικοί φορείς της οικονομίας, το υπουργείο οικονομικών και η κεντρική τράπεζα, που χρειάζεται, ακόμα, να δράσουν ως hommes d’état για να αποφευχθεί η αναζωπύρωση του «πολέμου», τουλάχιστον ενόσω διαρκεί η ύφεση. Κάποιοι ήδη λειτουργούν ως τέτοιοι.
Το δεύτερο ερώτημα που τίθεται, είναι τι αντίκτυπο θα έχει η αυξημένη πλεονάζουσα ρευστότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος. Αφενός, πέρα από το κλείσιμο της στρόφιγγας από τα ίδια τα ΧΠΙ, παρατηρείται και μείωση της ζήτησης για επιπλέον δανεισμό. Επιχειρήσεις που έχουν ήδη πλεονάζουσα παραγωγική δυνατότητα (excess capacity) δεν πρόκειται να αναζητήσουν δάνεια όσο και εάν μειωθούν τα επιτόκια: εάν δεν μπορεί κανείς να πωλήσει το προϊόν που παράγει λόγω μειωμένης ζήτησης τότε δεν έχει κανένα κίνητρο να δανειστεί για να επεκτείνει τις εργασίες του. Αυτό το φαινόμενο συνεπάγεται ότι, η όποια αύξηση στην ζήτηση για πιστώσεις, θα συμπεριλαμβάνει σε μεγάλο βαθμό αιτητές που έχουν και σχετικά αυξημένο ρίσκο: καταναλωτές, επιχειρήσεις και νοικοκυριά που έχουν ανάγκη να καλύψουν επισφάλειες, και πρότζεκτ με μεγάλη αναμενόμενη απόδοση, που είναι εκ φύσεως επισφαλή.
Έτσι, η τόνωση της πιστωτικής επέκτασης συμπεριλαμβάνει και σοβαρούς κινδύνους. Εάν, μάλιστα, την έκδοση τριετών ειδικών ομολόγων δεν συνοδεύουν μέτρα που να σχετίζονται και με τη στήριξη των επιχειρήσεων, και ιδίως των μικρών, τότε το ενδεχόμενο ενίσχυσης της επισφάλειας, αντί των επενδύσεων, θα παραμείνει ανοικτό.
Η κυβέρνηση, αλλά και λοιποί φορείς, ελπίζουν ότι η είδηση της μείωσης των επιτοκίων, η οποία ισοδυναμεί με είδηση ότι η οικονομία ενισχύεται, θα προκαλέσει «Οιδιπόδειο φαινόμενο», και οι καταναλωτές θα δραστηριοποιηθούν επιβεβαιώνοντας την «προφητεία». Ακόμα, κάποιοι δανειολήπτες θα ανακουφιστούν όταν θα καταφέρουν να επωφεληθούν με τη μείωση των επιτοκίων. Ταυτόχρονα, το φθηνότερο χρήμα θα επιτρέψει τη διατήρηση των περιθωρίων από τα ΧΠΙ, κάτι που μεταφράζεται σε πιο εύκολο και φθηνό δανεισμό.
Ωστόσο, πίσω από την ελπίδα αυτή, υπάρχουν και αρκετοί κίνδυνοι. Δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να θεωρηθεί ότι η κίνηση των ομολόγων ήταν η τελευταία πράξη της τόνωσης της οικονομίας. Το επιχειρηματικό κλίμα, οι τομεακές ενισχύσεις, η βελτίωση των υποδομών και μείωση της γραφειοκρατίας, εξακολουθούν να είναι απαραίτητα. Χωρίς αυτά, και χωρίς τη συνεχή εγρήγορση του κράτους, είναι ορατός ο κίνδυνος να μην πραγματοποιηθούν οι ελπίδες για ανάκαμψη και η οικονομία, τελικά, να αλωθεί, παρά τα «ψηλά της τείχη» που ουδείς μέχρι σήμερα κατάφερε να αλώσει.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s