Dulce et decorum est…

Την ενδεκάτη ώρα της ενδεκάτης ημέρας του ενδέκατου μήνα του 1918, τέλειωσε ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος. Μια εβδομάδα νωρίτερα, ο ποιητής Wilfred Owen είχε χάσει τη ζωή του από μία σφαίρα στο κεφάλι. Μερικούς μήνες νωρίτερα, είχε τιναχτεί στον αέρα από έκρηξη οβίδας και είχε προσγειωθεί πάνω στο νεκρό σώμα ενός γνωστού του και μετά είχε παγιδευτεί για μέρες μέσα σε ένα εγκαταλελειμμένο όρυγμα. Όταν σώθηκε, μεταφέρθηκε σε μια ψυχιατρική πτέρυγα όπου πέρασε από θεραπεία για καταπληξία μάχης (ή, όπως λέγεται πιο εύστοχα στα αγγλικά, shell shock).
Ο Νοέμβριος, με τη συνήθη αλλαγή του καιρού και την καταθλιπτικά απότομη δύση του ήλιου από τις τέσσερεις το απόγευμα, προσφέρεται για μερικές σκέψεις και ίσως και καμιά επίσκεψη στην ποίηση του Owen, ιδίως όταν βγαίνουν στους γιακάδες των Ευρωπαίων οι παπαρούνες για να θυμίσουν το άλλο γνωστό ποίημα για τη Φλάνδρα και τον φρικτό εκείνο στίχο: We are the Dead. Short days ago / We lived…
Φυσικά, σήμερα ζούμε σε έναν άλλο κόσμο – και μια άλλη Ευρώπη – και οι βασικές μας ανησυχίες ξεπερνούν το shell shock ενός νεαρού που, αφού τινάχτηκε στον αέρα, προσγειώθηκε στο παραμορφωμένο σώμα ενός γνωστού του. Η πορεία της ηπείρου μας, όμως, από τη Συνθήκη των Βερσαλλιών μέχρι τις μακιαβελικές – πλην αναγκαίες – συναντήσεις του Πότσνταμ και της Γιάλτας, σημαδεύτηκε από τον ρατσισμό και τον φασισμό.
Κάπως έτσι, ο συνειρμός καταλήγει στη σημερινή Κύπρο, που βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα φαινόμενο που αφελώς πιστεύαμε πως αφορά κάποιους άλλους, αφού εμείς, φυσικά, δεν είμαστε ρατσιστές. Κι αν διερωτάστε τι σχέση έχει αυτό με την οικονομία του τόπου, με την οποία αυτή η στήλη έχει την εντολή να ασχολείται, σκεφτείτε πως οι μεγαλύτερες συζητήσεις στον χώρο αφορούν, εδώ και χρόνια, τον ρόλο των θεσμών του κράτους.

In Flanders fields the poppies grow/ Between the crosses, row on row...

Είτε αυτοί οι θεσμοί είναι Αρχές, είτε αξιώματα, από αυτούς περνά η οικο-νομία της κοινωνίας μας: τα δάνεια της κάθε οικογένειας, οι σπουδές των παιδιών μας, οι λογαριασμοί. Ακόμα, οι δρόμοι και τα νοσοκομεία μας, η επιχείρηση όπου εργαζόμαστε και η σχέση μας με το κράτος. Γι’ αυτό και ο ρατσισμός αποκαλύπτει τη γύμνια των θεσμών αλλά και τα «παλιά ψέματα» του Owen.
Σκεφτείτε πως ο κ. Θεμιστοκλέους, βουλευτής, κάλεσε Κύπριο – ονόματι Έρικ – «να πάει στη χώρα του» για να μη μιλά για τα αμπελοπούλια. Ή, ακόμα, πως αντιρατσιστές και φασίστες χτυπήθηκαν στις Φοινικούδες σαν να ήταν (άλλο αυτό) ποδοσφαιρικός αγώνας. Άλλος δέχτηκε επίθεση διότι είναι Νιγηριανός. Οι αρμόδιοι (θεσμοί) δεν έκαναν το παραμικρό.
Είδαμε τα τελευταία χρόνια πως συγκεκριμένη οργανωμένη ρατσιστική ομάδα κάνει παρελάσεις σε τέλειο σχηματισμό και εκδίδει έντυπα. Δεν διερωτήθηκε κανείς πού κάνουν ασκήσεις για να έχουν τόσο τέλειους σχηματισμούς. Όπου κι αν είναι αυτό, συνεπάγεται πως έχουν χώρο, ίσως και με ενοίκιο, και έχουν πόρους και στήριξη. Το ίδιο ισχύει και για τα έντυπά τους, αφού δεν έρχονται όλα από την Ελλάδα. Και, όταν υπάρχουν πόροι και οργάνωση, ο ρατσισμός μπορεί να κάνει το επόμενό του βήμα. Ακόμα, η συγκεκριμένη οργάνωση δίνει πάμπολλες ευκαιρίες στην Αστυνομία να την ξηλώσει, αλλά τίποτε δεν γίνεται.
Η αριστερή κυβέρνηση, τις λίγες φορές που επιχειρεί να κάνει κάτι, δείχνει να πάσχει από σύνδρομο μετα-τραυματικού στρες, αποτέλεσμα των ετών αμέσως πριν από το 1974. Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας έκανε λόγο για τον ρατσιστή παππού από το βήμα της Βουλής των Ελλήνων. Ας αφήσουμε για λίγο το γεγονός ότι ακόμα μια φορά πάει ο Πρόεδρος σε χώρο εκτός της Δημοκρατίας και μιλά για να ακούμε εμείς, αντί να ξεκολλήσει και να απευθυνθεί στο εκεί ακροατήριό του. Το κυριότερο πρόβλημα είναι πως οι θεσμοί στρέφονται εκεί όπου βρίσκουν εύκολη λεία, αντί να στραφούν κατά του πιο ουσιαστικού προβλήματος.
Εν τω μεταξύ, αξιωματούχοι πλήττουν την Κύπρο για αμιγώς προσωπικούς λόγους σε σημείο που περνούν ξυστά από τα όρια της προδοσίας. Αντί να στραφούν στα μεγάλα προβλήματα, προσπαθούν να κερδίσουν επικοινωνιακούς πόντους με τα εύκολα. Το τελευταίο αφορά και τον υπουργό Δικαιοσύνης, ο οποίος δείχνει εντελώς χαμένος.
Ο Νοέμβριος, με την επέτειο του τέλους του Α΄ Παγκοσμίου, αποτελεί μια εξαιρετική ευκαιρία για να σκεφτούμε λίγο πόσο μπροστά έχει προχωρήσει η ήπειρός μας – και η ανθρωπότητα – από τη φρίκη του περασμένου αιώνα.
Η πρόοδος αυτή επιτεύχθηκε, σε μεγάλο βαθμό, χάρη στους θεσμούς που έχουμε δημιουργήσει και οι οποίοι μας βοηθούν να διαχειριστούμε τα κοινά μας προβλήματα. Όταν, όμως, η πολιτεία βρίσκεται αντιμέτωπη με ανάκαμψη του ρατσισμού, είναι εξαιρετικά ανησυχητικό να βλέπουμε υπουργούς και τον ίδιο τον Πρόεδρο να αφήνουν το πραγματικό πρόβλημα απείραχτο και να ασχολούνται με μεμονωμένα περιστατικά. Έτσι, θυμάται κανείς το «pro patria mori» του Owen και σκέφτεται πως τα δικά μας «παλιά ψέματα» (ενότητα, δημοκρατία, δίκαιη κοινωνία) μπορεί να μη μας στέλνουν στη Φλάνδρα να σκοτωθούμε, αλλά είναι, κι αυτά, δικαιολογία για τα αδικαιολόγητα.
Επίσης, πρέπει να προχωρήσει το ΓεΣΥ και να εκπονηθεί Μεσοπρόθεσμο Δημοσιονομικό Πλαίσιο (ΜΔΠ).

ΥΓ- Παραθέτω πιο κάτω το ποίημα του Owen.

       Dulce et Decorum Est

    Bent double, like old beggars under sacks,
    Knock-kneed, coughing like hags, we cursed through sludge,
    Till on the haunting flares we turned our backs
    And towards our distant rest began to trudge.
    Men marched asleep. Many had lost their boots,
    But limped on, blood-shod. All went lame; all blind;
    Drunk with fatigue; deaf even to the hoots
    Of tired, outstripped Five-Nines that dropped behind.

    Gas! GAS! Quick, boys! – An ecstasy of fumbling,
    Fitting the clumsy helmets just in time;
    But someone still was yelling out and stumbling
    And flound’ring like a man in fire or lime . . .
    Dim through the misty panes and thick green light,
    As under a green sea, I saw him drowning.

    In all my dreams before my helpless sight,
    He plunges at me, guttering, choking, drowning.

    If in some smothering dreams, you too could pace
    Behind the wagon that we flung him in,
    And watch the white eyes writhing in his face,
    His hanging face, like a devil’s sick of sin;
    If you could hear, at every jolt, the blood
    Come gargling from the froth-corrupted lungs,
    Obscene as cancer, bitter as the cud
    Of vile, incurable sores on innocent tongues, –
    My friend, you would not tell with such high zest
    To children ardent for some desperate glory,
    The old Lie: Dulce et decorum est
    Pro patria mori.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.