Ήρθε η ώρα της αλήθειας για την οικονομία…

 

Μειωμένη ρευστότητα, αυξημένη επισφάλεια και μεγάλη στενότητα, αλλά λύσεις υπάρχουν

Τώρα αρχίζει η «δύσκολη εποχή», όχι μόνο για τις τράπεζες, αλλά και για την πραγματική οικονομία. Μειωμένη ρευστότητα, αυξημένη επισφάλεια και μεγάλη στενότητα, αλλά λύσεις υπάρχουν. Η απόφαση για το «κούρεμα» στο ελληνικό χρέος, μπορεί να μην έφτασε στο 60%, ένα επίπεδο που θα έθετε σε αμφισβήτηση τη βιωσιμότητα ολόκληρου του κυπριακού τραπεζικού συστήματος, δεν έχει όμως αποτρέψει τις πιο πολλές από τις δυσκολίες. Πλέον, η οικονομία μπαίνει σε μια περίοδο απομόχλευσης, καταναγκαστικής μείωσης χρεών και μειωμένων πιστώσεων, όχι μόνο στα νοικοκυριά αλλά και στις επιχειρήσεις.

Ταυτόχρονα, πολλά νοικοκυριά βιώνουν μείωση των στοιχείων ενεργητικού τους, εξαιτίας της πτώσης στις μετοχικές αξίες των τραπεζών, της διάβρωσης στην αξία των συνταξιοδοτικών και επενδυτικών τους ταμείων, αλλά και τη μείωση των τιμών στα ακίνητα. Η μείωση της οικονομικής δραστηριότητας εξαιτίας ενός απόλυτα προβλέψιμου γεγονότος, όπως το «κούρεμα», σφίγγει τον κλοιό γύρω από την οικονομία.

Περίμενε να δεις αν φκάλει λεφτά πριν να γελάς...

Πέρα από τις προφανείς προεκτάσεις που η περίσταση θα έχει στον προϋπολογισμό, σημαντικό ζήτημα είναι πλέον και η άμεση αντίδραση της κυβέρνησης για αντιμετώπιση των νέων πιέσεων προς αρνητική ανάπτυξη, ίσως ακόμα και ύφεση. Δυνατότητα νομισματικής πολιτικής δεν υπάρχει, ενώ η κατάσταση στην οποία έχουν περιέλθει τα δημόσια οικονομικά, δεν αφήνει χώρο ούτε για δημοσιονομική πολιτική.

Η κυβέρνηση, αντιμέτωπη και τη διάψευση των εκτιμήσεών της για μείωση της ανεργίας, άρχισε το τελευταίο διάστημα να αλλάζει στάση. Ακόμα και η πολιτική συγκυρία μετά την καταστροφή στο Μαρί, η οποία ενδυνάμωσε το ΑΚΕΛ έναντι του αποδεκατισμένου Προεδρικού, άρχισε να εξετάζει επιλογές που μέχρι πρότινος σκόνταφταν σε ιδεολογικές αντιρρήσεις.

Με πρώτο άνοιγμα, τη δήλωση του υπουργού Οικονομικών για την πιθανή αδειοδότηση καζίνο στην Κύπρο, αλλά και με την όλο και εντονότερη «δράση» του κύκλου εμπειρογνωμόνων που η «Κ» χαρακτήρισε «κονκλάβιο για την οικονομία», ήδη εξετάζονται επιπλέον μέτρα στήριξης της οικονομίας.

Ήδη, ο υπουργός Οικονομικών, Κίκης Καζαμίας, έδωσε εντολές για επίσπευση των αναλύσεων από το Υπουργείο και όλα δείχνουν πως, πέρα από την επίσπευση ιδιωτικών πρότζεκτ, η κυβέρνηση θα προχωρήσει και με τα άλλα μέτρα. Ανάμεσά τους, είναι η μετοχοποίηση ή/και είσοδος στρατηγικών επενδυτών σε μεγάλους ημικρατικούς οργανισμούς, αλλά και η επίσπευση διορθωτικών μέτρων στο Δημόσιο, όπως τη διόρθωση της ΑΤΑ και άλλων δαπανών.

Ωστόσο, πέρα από τις πολιτικές πιέσεις, που σε μεγάλο βαθμό προέρχονται και εκ των έσω της κυβέρνησης, το πρόβλημα είναι πως η οικονομία μπαίνει σε μια περίοδο μειωμένης ρευστότητας και αυξημένης επισφάλειας. Οι επιλογές υπάρχουν, αλλά δεν είναι εύκολες και το κυριότερο ζητούμενο, σήμερα, είναι η αποφασιστικότητα. 

Δύσκολη πορεία για τις τράπεζες

Χρειάζονται 3,6 δισ. ευρώ έως το καλοκαίρι για να ανταποκριθούν. Πιο μακριά από τον στόχο, η Μαρφίν

Με τη συμφωνία για «κούρεμα» του ελληνικού χρέους να κλείνει τα χαράματα της Πέμπτης στο 50%, το κυπριακό τραπεζικό σύστημα έχει αποφύγει τα χειρότερα. Οι τελευταίες αναλύσεις, αλλά και εκτιμήσεις υψηλόβαθμων τραπεζικών στελεχών, κατέληγαν, την τελευταία εβδομάδα, στο συμπέρασμα πως το κυπριακό τραπεζικό σύστημα, και δη οι δύο «συστημικά σημαντικές» (SIFI, Systemically Important Financial Institutions) τράπεζες της Κύπρου, μπορούν να αντέξουν στις πιέσεις ενός «κουρέματος», εάν αυτό περιοριστεί μέχρι τα επίπεδα του 50%.
Αύξηση ιδίων κεφαλαίων
Σύμφωνα με τους πρώτους υπολογισμούς της Ευρωπαϊκής Τραπεζικής Αρχής, οι κυπριακές τράπεζες χρειάζονται κεφαλαιακή ενίσχυση ύψους 3.587 εκατ. ευρώ για να φτάσουν στο όριο κεφαλαιακής επάρκειας που απαιτείται, που είναι το 9%. Το όριο δεν είναι Tier I αλλά Core Tier I, που είναι ένας πιο «αυστηρός» ορισμός που λαμβάνει υπόψη και στη στάθμιση κινδύνου του κεφαλαίου και είναι προφανές πως οι τράπεζες θα πρέπει να κάνουν σημαντικές κινήσεις για να ικανοποιήσουν τις απαιτήσεις του 9% με «υψίστης ποιότητας» κεφάλαια.

Η πιο εύκολη λύση είναι η αύξηση κεφαλαίου από την αγορά, με την Τράπεζα Κύπρου να έχει «στο χέρι» σχεδόν 900 εκατ. ευρώ σε Μετατρέψιμα Αξιόγραφα τα οποία θα μπορεί να μετατραπούν σε ιδία κεφάλαια. Ήδη, διαφάνηκαν οι πρώτες, ενδεχομένως και «δοκιμαστικές» μετατροπές του αξιόγραφου, την περασμένη εβδομάδα. Σύμφωνα με ανακοίνωση της τράπεζας, η Κύπρου χρειάζεται ενίσχυση ύψους 1,47 δισ. ευρώ. Τα 585 εκατ. ευρώ που θα υπολείπεται η τράπεζα, μετά τη μετατροπή των αξιόγραφων, θα προέλθουν από ενίσχυση μέσω των κερδών που αναμένεται να καταγραφούν μέχρι τον Ιούνιο και άλλων μέτρων «αποτελεσματικής διαχείρισης σταθμισμένων στοιχείων ενεργητικού.

Όσον αφορά στη Μαρφίν Λαϊκή, που είναι πιο πιεσμένη, θα πρέπει η κεφαλαιακή βάση να ενισχυθεί κατά 2,1 δισ. ευρώ. Πέρα από τα 738 εκατ. ευρώ που θα προέλθουν από ανταλλαγή Αξιόγραφων Ενισχυμένου Κεφαλαίου, η Μαρφίν βασίζεται στην «εσωτερική ενίσχυση της κεφαλαιακής βάσης μέσω της οργανικής κερδοφορίας», αλλά και στο «υφιστάμενο πρόγραμμα απομόχλευσης». Υπολογίζει επίσης να κατακρατήσει 165 εκατ. ευρώ από «αναβαλλόμενη φορολογία». Από τα συγκεκριμένα μέτρα η Μαρφίν εκτιμά πως θα ενισχύσει το κεφάλαιό της κατά περίπου 1,5 δισ. ευρώ, με την τράπεζα να σημειώνει πως τα 660 εκατ. ευρώ που θα υπολείπονται, θα προέλθουν από έκδοση μετατρέψιμου ομολογιακού δανείου.

Σε διαφορετική περίπτωση, οι τράπεζες θα πρέπει να απευθυνθούν, με χρονικό όριο τη πρώτη Ιουλίου, σε ιδιώτες επενδυτές για αύξηση κεφαλαίων.

Φόβοι για τις τράπεζες
Από τις ανακοινώσεις των δύο τραπεζών, που είναι καθόλα καθησυχαστικές, φαίνεται πως το πρόβλημα δεν έχει λυθεί. Κι αυτό διότι, αμφότερες βασίζονται εν μέρει στην υπόθεση πως θα καταγράψουν αρκετή κερδοφορία μέσα στο επόμενο οκτάμηνο. Αυτό δεν μπορεί να θεωρηθεί βέβαιο. Αυτό είναι ιδιαίτερα δύσκολο σε μία περίοδο μειωμένης ρευστότητας κατά την οποία οι τράπεζες έχουν ιδιαίτερους λόγους να είναι προσεκτικές όσον αφορά στην πιστωτική τους επέκταση, αφού πέρα από τα ελληνικά ομόλογα, βραχνά αποτελούν και τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια που έχουν χορηγήσει, ιδίως στην ελληνική αγορά. Μάλιστα, στην περίπτωση της Μαρφίν, που στους υπολογισμούς συμπεριλαμβάνονται «ειδικές» κινήσεις, όπως αναβαλλόμενη φορολογία και κινήσεις απομόχλευσης, εγείρονται κάποια ερωτηματικά.

Μα...σαν να τζιαι εν όφκερο;

Επιπλέον, σημειώνεται πως δεν μπορεί να θεωρηθεί βέβαιη η επιτυχία μιας έκδοσης αξιόγραφων ύψους 660 εκατ. ευρώ, κάτω από τις σημερινές συνθήκες και τη νέα υποβάθμιση της κυπριακής οικονομίας από τον οίκο S&P. Πάντως, δεν πρέπει να αποκλείεται το ενδεχόμενο να γίνει επιτυχής αύξηση κεφαλαίων μέσα από προσωπικές επαφές και παρασκηνιακές κινήσεις με μεγαλοεπιχειρηματίες που είναι δυνητικοί επενδυτές στην τράπεζα, χωρίς, ωστόσο να αποκλείεται ούτε το ενδεχόμενο μιας πιο «γενικευμένης» απομόχλευσης.

Οι επιλογές που έχουν μπροστά τους οι τράπεζες, δεν είναι λίγες, όλες όμως είναι δύσκολες.

Σε κάθε περίπτωση, πρέπει να θεωρείται πως έχουν αποφευχθεί τα χειρότερα και πως το κυπριακό τραπεζικό σύστημα πολύ πιθανόν να περάσει μεν από κάποιου είδους κρίση, αλλά δεν αντιμετωπίζει κάποιο άμεσο πρόβλημα επιβίωσης. Την ίδια στιγμή, ωστόσο, είναι επίσης ξεκάθαρο πως πρέπει να αναμένεται αύξηση των πιέσεων από τις τράπεζες στους δανειολήπτες, μείωση των χορηγήσεων δανείων και αύξηση των επιτοκίων, με όσα αυτά συνεπάγονται για τα νοικοκυριά και την ανάπτυξη. Την ίδια στιγμή, δεν πρέπει να αποκλείεται και μείωση των καταθέσεων ή ακόμα και απομάκρυνση καταθετών από το σύστημα και ιδίως από τις πιο «πιεσμένες» των τραπεζών.

Ένας πανικός καταθετών είναι μάλλον αδικαιολόγητος, αφού δεν παρουσιάζεται κανένας λόγος ανησυχίας για τις καταθέσεις. Την ίδια στιγμή, όμως, δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο πολλοί καταθέτες –και ιδίως ξένοι να απομακρύνουν τα χρήματά τους από την Κύπρο, έστω και εάν μια τέτοια πράξη αποτελεί υπερβολή. Εάν τελικά πραγματοποιηθεί κάτι τέτοιο, τότε θα ασκηθούν ακόμα πιο ισχυρές πιέσεις στην ρευστότητα, καθιστώντας δυσκολότερη την κερδοφορία των τραπεζών και ανατρέποντας μέρος του σχεδιασμού τους για ενίσχυση της κεφαλαιακής τους βάσης μέχρι τον Ιούνιο.

Σε κάθε περίπτωση, όμως, πρέπει να σημειωθεί πως τα χειρότερα έχουν αποφευχθεί και πως μια «καθαρή» κατάρρευση του κυπριακού τραπεζικού συστήματος αποτελεί απομακρυσμένο ενδεχόμενο, με το «χείριστο σενάριο» να είναι υποφερτό. Δεν συμβαίνει το ίδιο, όμως, και με την οικονομία, που θα περάσει μια περίοδο στασιμότητας και ίσως ακόμα και πληθωρισμού.

Υποβάθμιση, κράτος, προϋπολογισμός και τρόμος

Η νέα υποβάθμιση της πιστοληπτικής ικανότητας της Κυπριακής Δημοκρατίας από τον οίκο S&P, ο οποίος θέτει πλέον την Κύπρο στο όριο του ΒΒΒ, αποτελεί άλλη μια δυσμενή και εξαιρετικά σημαντική εξέλιξη. Ένα κράτος με μεγάλα ελλείμματα, και με αξιολόγηση ΒΒΒ δεν μπορεί να λειτουργήσει ως διεθνές χρηματοπιστωτικό κέντρο, κι αυτό θέτει υπό αμφισβήτηση το μοντέλο ανάπτυξης που ακολουθεί η Κύπρος εδώ και μερικά χρόνια.

Οι πιέσεις στις τράπεζες έχουν φέρει στην επιφάνεια μια σειρά από προβλήματα, αλλά την ίδια στιγμή το κράτος παραμένει γυμνό μπροστά στην ανικανότητά του, όχι μόνο να μειώσει τα ελλείμματα που καταγράφει, αλλά και να επιστρέψει, μέσα στα επόμενα χρόνια, σε πλεονάσματα.

Η ανάγκη ψήφισης του προϋπολογισμού είναι δεδομένη, δεδομένη, όμως, είναι και η ανάγκη σημαντικών τροπολογιών στο σχετικό νομοσχέδιο, αφού οι εκτιμήσεις, ιδίως για τα έσοδα δεν δικαιολογούν αισιοδοξία πως οι στόχοι θα επιτευχθούν.

Η υποβάθμιση, αν και αναμενόμενη, φέρνει επίσης στην επιφάνεια, τόσο την τάση της Κύπρου διαχρονικά να βασίζεται πλήρως σε ένα τομέα ανάπτυξης ανά πάσα στιγμή, αλλά και την τάση μας να μην έχουμε σαφές αναπτυξιακό πλάνο και καμία μακροπρόθεσμη στρατηγική.

Πλέον, η μοναδική κίνηση που μπορεί να διασώσει κάτι για το κράτος και τον προϋπολογισμό, εκτός από αυστηρές και εκτενείς τροπολογίες, είναι η προώθηση των μέτρων που ο υπουργός Οικονομικών, Κίκης Καζαμίας, προωθεί εδώ και καιρό. Είναι γνωστό –και δεν επιδέχεται αμφισβήτησης– πως οι σημαντικότερες «ενστάσεις» στο αναπτυξιακό πρόγραμμα του κ. Καζαμία είναι ενδοκυβερνητικές και δεν προέρχονται από την αντιπολίτευση. Ωστόσο, με δεδομένη και την πραγματικότητα στον τραπεζικό τομέα, η «επίσπευση 30 έργων του ιδιωτικού τομέα» μπορεί και να μη σημαίνει πολλά πράγματα. Γι’ αυτό και θα πρέπει να αφεθεί ο υπουργός να προωθήσει τα άλλα μέτρα.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s