Η κυβέρνηση οφείλει, αν χρειαστεί, να διασώσει τις τράπεζες. Όχι, όμως, και τους τραπεζίτες.

Οι φωτιές του Άνταμ Σμιθ και ο νόμος του Κίκη

Το 1652, ξέσπασε πυρκαγιά στο σπίτι του Τζέιμς Χάμιλτον στη Γλασκόβη. Τελικά, άφησε στον δρόμο το ένα τρίτο των οικογενειών της πόλης, που τότε ανέρχονταν σε 3.000 νοικοκυριά. Μετά από αρκετά χρόνια, η πόλη πήρε την απόφαση να υποχρεώνει τους ιδιοκτήτες κτηρίων να κτίζουν ειδικά ενισχυμένους αντιπυρικούς τοίχους μεταξύ των κτηρίων τους και των διπλανών κτισμάτων.

Όταν "Greed is Good", τότε χρειάζονται σκληροί νόμοι...

Το παράδειγμα της Γλασκόβης, το οποίο είχε ξεχαστεί για πολλά χρόνια, απασχόλησε αργότερα και τον Άνταμ Σμιθ. Όπως υπενθύμισε πρόσφατα ο Πωλ Κρούγκμαν, ο Σμιθ είχε παρομοιάσει την υποχρέωση που επιβλήθηκε στους ιδιοκτήτες, με τους ρυθμιστικούς κανόνες που επιβάλλονταν, στην εποχή του, στις τράπεζες: «Η υποχρέωση για ανέγερση ενδιάμεσων τοιχωμάτων, με σκοπό την αποφυγή της μετάδοσης πυρκαγιάς, αποτελεί παραβίαση των νόμων της φυσικής ελευθερίας, ακριβώς με τον ίδιο τρόπο που τον παραβιάζουν και οι ρυθμίσεις του τραπεζικού επαγγέλματος που συζητιούνται σήμερα», έγραψε ο Σμιθ. Σε αντίθεση με τις θέσεις ορισμένων αμετανόητων νεοφιλελεύθερων της δεκαετίας του 1980, όπως του Μίλτον Φρήντμαν, ο Σμιθ ήταν παθιασμένος υπέρμαχος των «παραβιάσεων της φυσικής ελευθερίας» αυτού του είδους.

Η άσκηση της ελευθερίας ορισμένων ατόμων, όταν γίνεται με τρόπο που θέτει σε κίνδυνο το σύνολο της κοινωνίας, μπορεί και πρέπει να περιορίζεται. Αυτή είναι μια βασική αρχή των Οικονομικών, η οποία αργότερα διατυπώθηκε με διαφορετικό τρόπο από τον Πιγκού, ο οποίος εισήγαγε την έννοια των «εξωτερικοτήτων» (externalities). Η λογική είναι απλή: Όταν για παράδειγμα ένας εργοστασιάρχης ρυπαίνει, ο ίδιος δεν πληρώνει για τη ζημιά που προκαλεί στην κοινωνία. Η ζημιά αυτή αποτελεί «εξωτερικότητα» την οποία φορτώνει σε άλλους, όπως κάνει και ο ιδιοκτήτης που δεν κτίζει αντιπυρικό τοίχο δίπλα στον γείτονά του.

Την ίδια στιγμή, υπάρχει και το ζήτημα της προσωπικής ευθύνης. Σε μία ελεύθερη κοινωνία, ο καθένας κάνει αυτό που θέλει και απολαμβάνει τα οφέλη των πράξεών του. Ωστόσο, θα πρέπει να αναλαμβάνει και τα δυσμενή αποτελέσματα των πράξεών του. Συχνά, όταν μιλούσαμε για την ανάγκη μείωσης των δαπανών μισθολογίου στο Δημόσιο, αρκετοί σχολίαζαν πως και στις τράπεζες υπάρχουν εξωφρενικοί μισθοί και ακόμα πιο εξωφρενικά επιδόματα. Η απάντηση, όμως, ήταν απλή: Σε αντίθεση με το Δημόσιο, όπου τα λεφτά είναι των φορολογούμενων (δηλαδή δικά μας) οι τράπεζες έχουν τους μετόχους τους. Αυτοί οφείλουν να αντιδράσουν, όταν σπαταλούνται τα χρήματά τους, όπως αντιδρούμε κι εμείς όταν το Δημόσιο κατασπαταλά τα δικά μας.

Το ίδιο ίσχυε και με το επιχείρημα για τους «πλούσιους». Όταν ένας επιχειρηματίας κάνει παρανομίες, τότε να πάει φυλακή. Όταν, όμως, γίνει πλούσιος χάρη σε μια νομοταγή επιχείρηση, αυτό συμβαίνει διότι η επιχείρησή του προσφέρει στην κοινωνία κάτι που χρειαζόταν. Σε αντίθεση με τους μισθούς του Δημοσίου, για παράδειγμα, οι πελάτες του τού δίνουν τα χρήματά τους οικειοθελώς για να αποκτήσουν τα αγαθά ή τις υπηρεσίες που προσφέρει. Είναι παράλογο να τιμωρείς τον άλλο, διότι είναι πετυχημένος, όπως είναι παράλογο να τιμωρείς ένα εργάτη που οικειοθελώς εργάζεται σκληρά. Μόνος του τα έκανε, μόνος του ανέλαβε τα ρίσκα και μόνος του δικαιούται να τα φάει.

Όταν, όμως, αποτύχει, τότε μόνος του πρέπει να αποτύχει. Όλα τα επιχειρήματα για την ελεύθερη οικονομία, προϋποθέτουν πως υπάρχει και ο αντίποδάς τους, όταν μια επιχείρηση αποτυγχάνει. Αν γνωρίζει ένας επιχειρηματίας πως θα βρεθεί το κράτος για να διασώσει, όχι την επιχείρησή του, αλλά τον ίδιο, τότε δημιουργούνται σοβαροί ηθικοί κίνδυνοι.

Τότε είναι λιγότερο προσεκτικός και «ποντάρει στην ανάσταση», κάνοντας επικίνδυνες κινήσεις. Το πρόβλημα, όμως, είναι ότι Ανάσταση μια φορά συνέβη, και όπως δείχνουν τα πράγματα, δεν θα ξαναδούμε ανάσταση. Εάν, λόγου χάρη, ένας τραπεζίτης γνωρίζει σήμερα πως ο ίδιος, τα μπόνους του, ο μισθός του και οι μετοχές του είναι ασφαλείς στην ταλαιπωρημένη του τράπεζα, τότε μπορεί κανείς να φανταστεί πόσο προσεκτικός θα είναι με τα χρήματα των καταθετών, ενώ θα περιμένει σε περίπου οκτώ μήνες να τον/τη διασώσει το κράτος.

Αυτό είναι μια παραβίαση της ελευθερίας...

Οι ευθύνες των εθνικών κεντρικών τραπεζών της Ευρωζώνης είναι ένα ξεχωριστό ζήτημα και αφορούν περισσότερο το ίδιο το ευρωσύστημα. Ωστόσο, το βέβαιο είναι πως πρέπει η κυβέρνηση να διασώσει όποια τράπεζα ενδεχομένως να έχει πρόβλημα. Όταν, όμως, διασώσει τις τράπεζες, δεν πρέπει να διασώσει και τους τραπεζίτες, οι οποίοι στο κάτω-κάτω φέρουν και την άμεση ευθύνη για την αποτυχία.

Τα επιχειρήματα που ακούγονται εναντίον των σκληρών όρων των νομοσχεδίων που κατέθεσε ο υπουργός Οικονομικών, εστιάζονται στο γεγονός ότι αυτά τα μέτρα είναι άδικα και παραβιάζουν τα δικαιώματα των μεγαλομετόχων σε περίπτωση που κάποια τράπεζα χρειαστεί διάσωση από το κράτος. Πρέπει πάντοτε να θυμόμαστε πως τα μέτρα πράγματι αποτελούν παραβίαση της ελευθερίας των μετόχων να κάνουν αυτό που θέλουν.

 

Σε αυτό το σημείο δεν χωράνε αντιρρήσεις. Ωστόσο, μπροστά στο καλό της κοινωνίας, η παραβίαση αυτής της ελευθερίας είναι επιβεβλημένη και απαραίτητη. Όπως συμβαίνει σε τέτοιες «πυρκαγιές», δεν υπάρχει σωστό ή λάθος, καλό και κακό, αλλά πάνω από όλα το «αναγκαίο». Αλλιώς, θα την πληρώσουν άλλοι, κι αυτό είναι το πιο άδικο.

Επίσης, πρέπει να προχωρήσει το ΓεΣΥ και να εκπονηθεί Μεσοπρόθεσμο Δημοσιονομικό Πλαίσιο (ΜΔΠ).

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s