Το τελευταίο μίλι…

Μετά από δύο δύσκολες απεργίες των ανθρακωρύχων το 1972 και στις αρχές του 1974, οι βρετανικές επιχειρήσεις άρχισαν να εργάζονται τρεις ημέρες την εβδομάδα, με στόχο να μειώσουν την κατανάλωση κάρβουνου. Τον Φεβρουάριο του 1974, ο πρωθυπουργός Χιθ κατέβηκε στις εκλογές, θέτοντας το ερώτημα «ποιος κυβερνά τη Βρετανία;».
Ο λαός απάντησε πως, όποιος κι αν την κυβερνά, αυτός δεν θα είναι ο Χιθ.
 
Ανάμεσα στους υπουργούς που αποχώρησαν από την κυβέρνηση μαζί με τον Χιθ, ήταν και η Μάργκαρετ Θάτσερ, τότε μια άσημη υπουργός Παιδείας. Πέντε χρόνια αργότερα έγινε πρωθυπουργός και σημάδεψε την εποχή της.  
 

The lady and the bag...

Παρά το γεγονός ότι οι αμετανόητοι δεξιοί την έχουν αγιοποιήσει, η Θάτσερ έκανε πολλά λάθη. Υιοθέτησε στη χώρα της το αμοράλ ήθος που χρωμάτισε ο Όλιβερ Στόουν στον χαρακτήρα του Γκόρντον Γκέκο στην ταινία Γουόλ Στριτ. Έδωσε επίσης το έναυσμα για τη μανία της υπερβολικής πίστωσης, του δυναμικού καταναλωτισμού και μιας σχεδόν αχαλίνωτης αναζήτησης κερδών, με σοβαρό κοινωνικό αντίκτυπο.
Η μείωση του υπερβολικού κρατισμού, επίσης έφερε μαζί της υπερβολική απορρύθμιση, με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί μια εικόνα που μέχρι και σήμερα συγχύζει την Αριστερά, η οποία νομίζει πως η μείωση του κρατισμού και η ελευθεροποίηση της οικονομίας σημαίνει κατ’ ανάγκη και απορρύθμιση.
 
Μάλιστα, για αρκετό καιρό οι πολιτικές της ήταν αποτυχημένες και η μείωση των μονοπωλίων σχεδόν της στοίχισε την καρέκλα, με τη Θάτσερ να σώζεται χάρη στους Αργεντίνους που της έκαναν τη χάρη να εισβάλουν το 1982 στα Φώκλαντ. Η νίκη στον πόλεμο την κράτησε στην Ντάουνγκ Στριτ.
 
Αλλά η Θάτσερ διόρθωσε και μεγάλα προβλήματα. Ανέλαβε τη χώρα σε μια περίοδο, όπου ο πληθωρισμός όδευε προς το 20% και τα επιτόκια βρίσκονταν στο 16%, ενώ το δημοσιονομικό έλλειμμα πατούσε τη χώρα στο λαιμό, με μεγάλες μισθολογικές αυξήσεις σε κρατικές επιχειρήσεις, που ζημίωναν εκατομμύρια η κάθε μια. Τα ανθρακωρυχεία «τραβούσαν» από τον προϋπολογισμό 1,3 δισ. στερλίνες, τω καιρώ εκείνω, για να καλύψουν τις ζημιές τους.
 
Παρόλο που η Θάτσερ είχε δείξει πως δεν θα «γύριζε» από την αρχή, μόνο μετά τον πόλεμο των Φώκλαντ άρχισε να ακολουθεί με όλη της τη διάθεση τις πολιτικές που επαγγελλόταν. Ήξερε, όμως, πως, όταν το πρόβλημα είναι οι δαπάνες του κράτους, οι λύσεις πρέπει να στραφούν προς αυτές. Γι’ αυτό και έπρεπε να κλείσουν τα ανθρακωρυχεία, παρόλο που η Θάτσερ έκανε το σωστό πράγμα με τον πιο απάνθρωπο τρόπο. Με μεγαλύτερη ευκολία ιδιωτικοποιήθηκαν το φυσικό αέριο και η εκμετάλλευση πετρελαίου, τα αεροδρόμια, τα λιμάνια, οι τηλεπικοινωνίες, ο σιδηρόδρομος, ο ηλεκτρισμός, ο χάλυβας… Και οι ιδιωτικοποιήσεις ήταν ένα μικρό μόνο μέρος του όλου προγράμματος.
 
Πάντως, η πορεία κατά των συνδικάτων που ακολούθησε η Θάτσερ δεν ήταν μια «ειδική περίπτωση» στην Ευρώπη της δεκαετίας του 1980. Σε ολόκληρη την Ευρώπη, σοσιαλιστικές κυβερνήσεις εγκατέλειπαν την ιδεολογία τους, κάτω από το βάρος του πληθωρισμού, της ανεργίας, των μεγάλων ελλειμμάτων και των συναλλαγματικών πιέσεων. Ίσως το πιο διάσημο παράδειγμα, να είναι το γνωστό «u-turn» του σοσιαλιστή Μιτεράν στη Γαλλία.
 
Η διαφορά όμως στο αποτέλεσμα ήταν αλλού. Η Θάτσερ, έχοντας συνειδητοποιήσει ποια ήταν η λύση στα προβλήματα της οικονομίας, ακολούθησε τη συνταγή του γιατρού έως το τέλος. Αυτό δεν σημαίνει πως η Θάτσερ «έπρεπε» να είναι αμείλικτη, πως έπρεπε να αδιαφορεί για τις κοινωνικές επιπτώσεις και πως έπρεπε να συμπεριφερθεί με το στυγνό της τρόπο, ο οποίος οδήγησε στις καταχρήσεις της «δεκαετίας των χρηματιστηρίων». Σημαίνει, όμως, πως έπρεπε να επιμένει και να τελειώσει αυτό που άρχισε.
 
Ενώ η αγωνία μας στρέφεται προς τις εξελίξεις της Ευρωζώνης, στην Κύπρο είδαμε την περασμένη εβδομάδα έναν προϋπολογισμό «υψηλών προσδοκιών», ο οποίος συνοδεύεται από σειρά νομοσχεδίων, μέτρων και φόρων. Η κυβέρνηση εγκατέλειψε τη στάση που ήθελε όσους μιλούσαν για μηχανισμό να αντιμετωπίζονται περίπου ως προδότες και πλέον μιλά ανοικτά για τα προβλήματα που υπάρχουν και για την ανάγκη αποφυγής του μηχανισμού. Εγκαταλείφθηκε επίσης και η λογική πως η Κύπρος θα βγει αλώβητη, πως «φτηνά τη γλύτωσε» και πως βγήκαμε από την κρίση.
 
Με τη βοήθεια της αντιπολίτευσης, ο υπουργός Οικονομικών κατάφερε να επαναφέρει μια σειρά από μέτρα που είχαν κηρυχθεί «νεκρά» και να κάνει ένα πολύ σημαντικό βήμα προς τη διόρθωση των προβλημάτων. Όπως έγραψε και πριν από μία εβδομάδα αυτή η στήλη, το μόνο που μένει, πλέον, είναι το τελευταίο, αλλά αποφασιστικότερο βήμα για να δικαιούται κανείς να λέει πως βρήκαμε τον πάτο. Αυτό το τελευταίο βήμα, όμως, φαίνεται να είναι και το πιο δύσκολο, με τις συντεχνίες να αντιστέκονται στο πιο σοβαρό αντιβιοτικό για την κρίση, που αφορά άμεσα τα μέλη της και δη τα υψηλόβαθμα.
 
Αλλά, αν δεν γίνει και το τελευταίο εκείνο βήμα, τότε όλη αυτή η προσπάθεια θα είναι χωρίς αντίκρισμα. Όπως και η Θάτσερ, πρέπει να πας μέχρι το τέλος για να έχουν ουσία τα χιλιόμετρα που διένυσες έως την τελευταία ευθεία. Κι αυτό θα είναι επώδυνο, έστω κι αν γίνει με την κοινωνική ευαισθησία που έλειπε από τη Θάτσερ. Θα είναι, όμως, λιγότερο επώδυνο από την εναλλακτική επιλογή.
 
Επίσης, πρέπει να προχωρήσει το ΓεΣΥ και να δούμε στην πράξη το Μεσοπρόθεσμο Δημοσιονομικό Πλαίσιο (ΜΔΠ).

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s