Καλά Χριστούγεννα, homo economicus…

Αυτός θα είδε τον επόμενο "ξάδερφο", τον homo economicus...

Πόσο αξίζει ένα δώρο μέσα στη φούσκα του λιανικού;  

Κάθε χρόνο, τέτοιο καιρό, όσοι από εμάς δεν έχουν μετατραπεί σε στεγνούς και άχρωμους homines economicus, βασανίζονται από μια δυσκολία: Από τη μία, η οργασμική κατανάλωση των ημερών, πρέπει να προκαλεί κάποια αμηχανία. Εξάλλου, τα δώρα, οι διακοσμήσεις και κανένα χαρτί μέσα-μέσα, απορροφούν δαπάνες που κατά βάση δεν δημιουργούν προστιθέμενη αξία. Από την άλλη, όμως, υπάρχει η ευχαρίστηση των δώρων.

Την περασμένη εβδομάδα, ο «Economist» έγραψε για το κόστος των Χριστουγέννων, επικαλούμενο ένα άρθρο του Joel Waldfogel από το περιοδικό «American Economic Review». Ο Waldfogel ανέλυσε το κόστος των χριστουγεννιάτικων δώρων και βρήκε πως, κατά μέσο όρο, το 10% των δαπανών αποτελούν «νεκρή δαπάνη» (deadweight loss). Δηλαδή δαπανούνται, ή μάλλον χάνονται, χωρίς αντίκρισμα. Ο τρόπος με τον οποίο ο Waldfogel υπολόγισε αυτή τη ζημιά, ήταν απλός: Έκανε μία σύγκριση μεταξύ της δαπάνης που κάνει ο αγοραστής των δώρων, και του ποσού που θα έδινε ο αποδέκτης του δώρου για να το αγοράσει, αν δεν το είχε. Δηλαδή, όταν αγοράζουμε ένα δώρο αξίας 100 ευρώ, κατά μέσο όρο ο αποδέκτης του δώρου θα πλήρωνε 90 ευρώ για να το αγοράσει ο ίδιος. Όπως εξηγεί ο «Economist», ο λόγος για αυτήν την ασυμμετρία, είναι πως, όταν αγοράζουμε ένα δώρο, προσπαθούμε να μαντέψουμε τί θέλει αυτός που θα το λάβει. Ωστόσο, συνήθως μαντεύουμε λάθος.

Φυσικά, υπάρχει μια μεγάλη διαφοροποίηση ανάμεσα σε διαφορές «ζευγαριών» αγοραστή και αποδέκτη: Οι πιο στενοί φίλοι και συγγενείς, αναφέρεται, συνήθως μαντεύουν καλύτερα, ενώ και η διαφορά ηλικίας παίζει σημαντικό ρόλο. Αντίθετα, όσο λιγότερο γνωρίζονται ο αγοραστής και ο αποδέκτης, τόσο πιο μεγάλη είναι η απώλεια μεταξύ του ποσού που δίνει ο αγοραστής και της αξίας που αποδίδει ο αποδέκτης. Σχεδόν το κάθε σπίτι έχει από ένα ντουλάπι γεμάτο παντόφλες και ζώνες που αγόραζε εδώ και χρόνια, κάθε χρόνο η αγαπημένης μας θεία.  Σχεδό

Πέρα από αυτό το πρόβλημα, υπάρχει και η μανία με την οποία καταναλώνουμε αυτές τις ημέρες. Το άγχος για να βρεθεί ένα καλό δώρο, η αναμονή για τον 13ο μισθό (όσοι θα πάρουν, φέτος) για να πάμε για ψώνια, τα νεύρα όταν δεν βρίσκεις κάτι καλό για κάποιον σχεδόν άγνωστο συγγενή. Επιπλέον, με τη στυγνή λογική του hominis economicus, υπάρχει και η άλλη ανησυχία που προκύπτει από τα Χριστούγεννα. Αυτή η στήλη έγραψε πολλές φορές για τη «φούσκα του λιανικού εμπορίου», με την οποία χρηματοδοτούμε, ουσιαστικά, λίγους καταστηματάρχες και πολλούς ξένους εξαγωγείς. Στην Κύπρο, η ανάπτυξη στηρίζεται στην κατανάλωση και γι’ αυτό δεν είναι βιώσιμη, άσχετα με την κρίση που εξελίσσεται σήμερα.

Μάλιστα, στην κυπριακή οικονομία μπορεί κανείς να υπολογίσει πόσο καλά πάνε τα πράματα, κοιτάζοντας το εμπορικό έλλειμμα: Αν το νούμερο είναι τρομακτικό, τότε πάμε καλά. Αν είναι μικρό, έχουμε ύφεση, ή στην καλύτερη περίπτωση, στασιμότητα. Αυτό συμβαίνει και σήμερα.

Μακροπρόθεσμα, ίσως να είναι και καλύτερα για όλους μας να περάσουμε μια φορά δύσκολα Χριστούγεννα ως οικονομία και να σπάσουμε τον κύκλο που θέλει νέα εμπορικά κέντρα να ξεφυτρώνουν παντού, να λειτουργούν για λίγο και μετά να παραπαίουν, διότι δεν έπρεπε να είχαν ανοίξει εξ αρχής. Κάθε δρόμος έχει και δέκα καταστήματα που δεν έχουν ελπίδα να πετύχουν κέρδη.

Το ερώτημα, όμως, είναι πώς θα σπάσει ο φαύλος κύκλος της κατανάλωσης. Για τα Χριστούγεννα, υπάρχουν πολλοί λόγοι να γίνει αυτό, αφού το ίδιο το νόημα των γιορτών χάνεται στα δώρα. Αλλά το ίδιο ισχύει για μια οικονομία που δαπανά περισσότερα από όσα εισπράττει και γι’ αυτό δεν μπορεί να πατήσει γερά για να αναπτυχθεί με μόνιμο τρόπο.

Αυτός ο καταναλωτισμός δεν είναι καθόλου άσχετος με το γεγονός ότι η κυπριακή οικονομία συνηθίζει πλέον να αναπτύσσεται μόνο διά της φούσκας (ακίνητα, ΧΑΚ, λιανικό εμπόριο).

Ίσως, λοιπόν, να πρέπει να κόψουμε τα δώρα και τις γιορτές, στο όνομα μιας άνευ συναισθημάτων ανάλυσης από τη μία, και μιας πιο μοναστικής στάσης προς τα Χριστούγεννα, από την άλλη;

Ενδιαφέρον έχει η απάντηση που έδωσε ο «Economist», απαντώντας έτσι και στην ανάλυση του Waldfogel. Οι οικονομολόγοι συνηθίζουν να αδιαφορούν για τη συναισθηματική αξία των συναλλαγών. Αυτές τις ημέρες, όμως, η συναισθηματική αξία είναι ίσως και η πιο σημαντική παράμετρος των δώρων. Η σκέψη μετρά.

Μπορεί, λοιπόν, φίλοι και συγγενείς να μην αξιολογούν τόσο ακριβά τα δώρα που παίρνουν αλλά υπάρχει και το συναισθηματικό κομμάτι των συναλλαγών, μία αξία που δεν μπορεί μετρηθεί μεν, αλλά υποψιάζεται κανείς πως πολύ συχνά ξεπερνά εκείνο το χαμένο «10%» που υπολογίστηκε από τον Waldfogel.

Ίσως αυτή να είναι και η απάντηση για όλους εκείνους που επιμένουν πως τα Χριστούγεννα έχουν καταστραφεί από την καταναλωτική μας μανία. Δεν υπάρχει, φυσικά, τρόπος να προωθηθεί μια τέτοια λογική μέσα από κρατικές πολιτικές, αλλά ίσως όλοι θα πρέπει να θυμόμαστε πως η ουσία της κατανάλωσης, ιδίως αυτές τις ημέρες, είναι η σκέψη και το συναίσθημα πίσω από το δώρο, και όχι το ίδιο το δώρο. Καλά Χριστούγεννα, λοιπόν, homo ecnomicus…

Επίσης, για να μη ξεχνιόμαστε, πρέπει να προχωρήσει το ΓεΣΥ και να εκπονηθεί Μεσοπρόθεσμο Δημοσιονομικό Πλαίσιο (ΜΔΠ).

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s