Προς (σχεδόν) Νορβηγικό ταμείο υδρογονανθράκων

Το γενικό περίγραμα της ΡΑΕΚ προς τον Πρόεδρο για το φυσικό αέριο εμπεριέχει και κινδύνους
 
Στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας έφθασε την περασμένη εβδομάδα το πρώτο έγγραφο με τις απόψεις της ΡΑΕΚ σχετικά με την αξιοποίηση του φυσικού αερίου στην Κύπρο. Υπό τον τίτλο «Εισηγήσεις της ΡΑΕΚ για τις Κατευθυντήριες Γραμμές Ανάπτυξης του Τομέα Φυσικού Αερίου», το 47σέλιδο έγγραφο περιλαμβάνει σειρά εισηγήσεων για την πορεία και τους στόχους που πρέπει να θέσει το κράτος σε διάφορες παραμέτρους του όλου θέματος του φυσικού αερίου.
Όπως είναι καλά γνωστό, η ανακάλυψη φυσικών πόρων, συμπεριλαμβανομένων και των υδρογονανθράκων, έχει στη συντριπτική πλειοψηφία των περιπτώσεων, δημιουργήσει σοβαρότατα προβλήματα στις οικονομίες των χωρών που εκμεταλλεύτηκαν τους πόρους αυτούς. Παρά τη φαινομενικά απλή λογική πως, με τα πολλά έσοδα εξασφαλίζεται η ευημερία της χώρας, η εμπειρία είναι άκρως αντίθετη. Πέρα από τη γνωστή «Ολλανδική Νόσο», αλλά και τα φαινόμενα που στο σύνολό τους οι ακαδημαϊκοί αναλυτές χαρακτηρίζουν ως «κατάρα των πόρων», δημιουργούνται, κατά κανόνα, σοβαρές πληθωριστικές τάσεις και διάβρωση της ανταγωνιστικότητας, σε σημείο που εξανεμίζονται τα οφέλη από τα νέα έσοδα.
Ακόμα και η περίπτωση της Νορβηγίας, μάλιστα, η οποία χρησιμοποιείται ως υπόδειγμα και στην περίπτωση της Κύπρου, δεν πρέπει να μας διαφεύγει το γεγονός ότι η συγκεκριμένη χώρα δεν απέφυγε μια βαθειά οικονομική κρίση στις αρχές της δεκαετίας του 1990. Η κρίση αυτή, αν και τραπεζική στη φύση της, δεν ήταν άσχετη με την κακή διαχείριση που γινόταν στα έσοδα του κράτους από τους υδρογονάνθρακες, πριν από την υιοθέτηση του γνωστού ως «Νορβηγικό μοντέλο».
Σε αντίθεση με το ένστικτο που επικρατεί σε πολιτικούς κύκλους, ότι δηλαδή «περισσότερα λεφτά σε κάνουν αυτόματα πιο πλούσιο», σε μακροοικονομικό επίπεδο τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά, σύμφωνα με τη σχετική οικονομική θεωρία: Τα κράτη και οι οικονομίες σε μακροσκοπικό επίπεδο δεν λειτουργούν όπως τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις, οι οποίες με τον δικό τους πλούτο ή αποτυχία δεν επηρεάζουν στοιχεία της οικονομίας, όπως την ανταγωνιστικότητα, την παραγωγικότητα ή τον πληθωρισμό. 
 
Το Ταμείο
Κάτω από αυτό τον φακό, κρίνεται ως εξαιρετικά σημαντική η στάση της ΡΑΕΚ όσον αφορά στη γενικότερη διαχείριση του όλου θέματος του φυσικού αερίου, με τη λέξη «διαφάνεια» να παρουσιάζεται αρκετά συχνά στο έγγραφο που παραδόθηκε στο Προεδρικό. Μάλιστα, εκτός από την έμφαση που δίνεται στη διαφάνεια στο έγγραφο, υπάρχει και συγκεκριμένο τμήμα του που φέρει τον τίτλο «Διαφανές και σταθερό εποπτικό πλαίσιο». Όσον αφορά στη δημιουργία Ταμείου για τη διαχείριση των εσόδων από το φυσικό αέριο, το έγγραφο της ΡΑΕΚ κάνει μία πολύ σύντομη αναφορά, σε δύο περίπου σελίδες.
 
Σύμφωνα με τις εισηγήσεις που έχουν υποβληθεί, το Ταμείο θα διοικείται από πενταμελές Διοικητικό Συμβούλιο, εκ των οποίων οι 3 θα είναι εκτελεστικά μέλη. Η σκέψη αυτή βασίζεται στη λογική ότι «θα ήταν προτιμότερο, παρά να υπάρχει ένα μόνο εκτελεστικό μέλος, να υπάρχουν τρία». Τα άλλα δύο μέλη θα «εκπροσωπούν την κυβέρνηση».
 
Το πρώτο ερώτημα που εγείρεται, είναι κατά πόσον το συμβούλιο αυτό θα είναι «πλήρους απασχόλησης» ή εάν θα ακολουθηθεί η προβληματική και δυσλειτουργική πρακτική των ημικρατικών οργανισμών, όπου τα Διοικητικά Συμβούλια είναι «μερικής απασχόλησης». Το σύστημα αυτό προσφέρεται για κακοδιαχείριση, για αποφυγή ανάληψης των ευθυνών, αλλά και για κομματικές παρεμβάσεις. Σύμφωνα, πάντως με πληροφόρηση της «Κ», ο στόχος είναι το Δ.Σ. του Ταμείου να είναι «με συμβόλαιο», και να απασχολείται εκεί με «πλήρη απασχόληση», χωρίς άλλη θέση εργασίας.

Στο έγγραφο αναφέρεται πως τα άτομα που θα διοριστούν στο Δ.Σ. του Ταμείου πρέπει να κατέχουν τις απαραίτητες γνώσεις, και πως ο διορισμός τους θα πρέπει να γίνει σε συνεργασία/διαβούλευση με την αρμόδια επιτροπή της Βουλής. Δεν είναι, ωστόσο, ξεκάθαρο πως κάτι τέτοιο είναι αρκετό και το κράτος θα πρέπει να υιοθετήσει δικλίδες ασφαλείας για να αποφευχθούν τα γνωστά φαινόμενα κομματικών και άλλων αναξιοκρατικών κριτηρίων που ακολουθούνται, «παραδοσιακά», στους διορισμούς που γίνονται από την εκάστοτε κυβέρνηση.

Για να δούμε....

Καθόλου άσχετο με τα πιο πάνω δεν είναι και το ζήτημα της ανεξαρτησίας του Ταμείου, ένα σημείο που πρέπει να κρίνεται ως εξαιρετικά σημαντικό για την πορεία που θα ακολουθήσει η κυπριακή οικονομία τα επόμενα χρόνια. Πάντως, δεν γίνονται εισηγήσεις για να τεθεί το Ταμείο υπό τη διοίκηση του Δ.Σ. της Κεντρικής Τράπεζας, όπως εισηγήθηκαν ορισμένοι, με σκοπό τη διασφάλιση της ανεξαρτησίας του.
 
Σε κάθε περίπτωση, όμως, το Ταμείο θα πρέπει να είναι πλήρως ανεξάρτητο και να απολαμβάνει «απομόνωση» από πολιτικές, κομματικές, κυβερνητικές ή και άλλες παρεμβάσεις. Αυτό, εξάλλου, είναι και ένα από τα πιο σταθερά συμπεράσματα των ακαδημαϊκών –και κλειομετρικών– αναλύσεων που έχουν γίνει μέχρι σήμερα σχετικά με την «κατάρα» που ταλαιπωρεί τις οικονομίες των κρατών που εκμεταλλεύονται μεγάλο πλούτο φυσικών πόρων.
 
Μία παράλληλη διαπίστωση, είναι πως, παρά το γεγονός ότι γίνονται εκτενείς αναφορές στη διαφάνεια μέσα στο έγγραφο της ΡΑΕΚ, εκ πρώτης όψεως δεν γίνεται τέτοια αναφορά στο σημείο όπου παρουσιάζονται (σε γενικές, ομολογουμένως, γραμμές) οι σκέψεις σχετικά με το Ταμείο Διαχείρισης.
 
Όσον αφορά στη θητεία του Δ.Σ., η εισήγηση της ΡΑΕΚ είναι αυτή να διαρκεί 4 με 6 χρόνια, όπως γίνεται στην Επιτροπή Δημόσιας Υπηρεσίας (ΕΔΥ), με ορισμένα από αυτά να δικαιούνται επαναδιορισμό και δεύτερη φορά. Σε ένα σενάριο πενταετούς ή εξαετούς (ή και περισσότερο) διορισμού, το σημαντικότερο στοιχείο είναι πως η κάθε κυβέρνηση θα «κληρονομεί» το Δ.Σ. του Ταμείου και δεν θα μπορεί με ευκολία να το ελέγχει. Ωστόσο, για να λειτουργήσει αυτός ο σκοπός, το σημαντικότερο στοιχείο θα είναι η διασφάλιση της ανεξαρτησίας του Ταμείου, αλλά και η αδιαπραγμάτευτη διαφάνεια στον τρόπο διαχείρισης των χρημάτων. Σε αντίθετη περίπτωση, δεν πρέπει να διαλανθάνει την προσοχή μας πως όλα τα δεδομένα δείχνουν πως θα υπάρχουν, δομικά, ισχυρά κίνητρα για διαπλοκή και διαφθορά μέσα από την αδιαφανή διαχείριση των μεγάλων αυτών ποσών. Το αποτέλεσμα αυτό θα είναι, απλώς, ζήτημα χρόνου, εάν δεν υπάρχει πλήρης διαφάνεια. Αυτό προκύπτει και από τα συμπεράσματα όλων των σχετικών ακαδημαϊκών μελετών. 
 
Η χρήση των χρημάτων
Μία από τις βασικές παραμέτρους, τόσο της «Ολλανδικής Νόσου», όσο και της «κατάρας των πόρων», είναι ο τρόπος με τον οποίο θα αξιοποιούνται τα έσοδα από το φυσικό αέριο. Εισήγηση της ΡΑΕΚ είναι να ακολουθηθεί το «Νορβηγικό μοντέλο», το οποίο προβλέπει πως ένα συγκεκριμένο ποσοστό των εσόδων (ρυθμισμένο διά νόμου), που κυμαίνεται συνολικά στα επίπεδα του 4% με 5%, θα καταλήγει στον κρατικό προϋπολογισμό. Το υπόλοιπο αφιερώνεται σε επενδύσεις, με έμφαση στην παιδεία και στην υγεία, δύο τομείς που αυξάνουν την παραγωγικότητα και την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας. Ένα τρίτο ποσό, αφιερώνεται σε πιο γενικές επενδύσεις, εν μέρει στο εσωτερικό, αλλά κυρίως στο εξωτερικό της χώρας.
Η στάση της ΡΑΕΚ, σύμφωνα με ασφαλή πληροφόρηση, συνάδει και με τη στάση του Ελληνικού Δημοσίου και μπορεί να συνοψιστεί σε μία δήλωση: «Το σύνολο των εσόδων του Δημοσίου να μην πάει στον κρατικό προϋπολογισμό, αλλά να δημιουργήσει ένα ταμείο κοινωνικής αλληλεγγύης γενεών που θα στηρίζει το ασφαλιστικό σύστημα της χώρας και ίσως και την παιδεία της χώρας». Τη δήλωση αυτή είχε κάνει την περασμένη εβδομάδα και ο Ελλαδίτης αναπληρωτής υπουργός Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικών Αλλαγών, Γιάννης Μανιάτης, στο πλαίσιο του συνεδρίου του Economist που έγινε στην Αθήνα, με χορηγία της Λαϊκής Τράπεζας.
Πρέπει να σημειωθεί πως η αναφορά στο «ασφαλιστικό» συνάδει με το «Νορβηγικό μοντέλο». Εγείρει, ωστόσο, το ερωτηματικό κατά πόσον μία τέτοια προσέγγιση θα μεταφραστεί σε αύξηση δικαιωμάτων και συντάξεων, αντί για διασφάλιση της βιωσιμότητας του Ταμείου Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Εάν συμβεί το πρώτο, τότε η οικονομοτεχνικά ασφαλής εκτίμηση είναι πως τα συνταξιοδοτικά (αλλά και τα άλλα) εισοδήματα θα διαβρωθούν, με αποτέλεσμα η αύξηση να είναι μόνο εικονική και τελικά να μην αντικατοπτρίζεται στην αγοραστική δύναμη των συνταξιούχων. Πιο απλά, η πρόβλεψη που προκύπτει από τις άλλες χώρες που υπέφεραν από την ανακάλυψη φυσικού πλούτου, είναι πως οι συνταξιούχοι –και οι υπόλοιποι– θα λαμβάνουν υψηλότερες συντάξεις και μισθούς, αλλά θα είναι, τελικά, φτωχότεροι. Μάλιστα, τα χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα, είναι πάντοτε τα πρώτα που επηρεάζονται από μία τέτοια εξέλιξη.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s