«Υφεσιακές» οι εισαγωγές, ανησυχία για τους στόχους

Ανησυχία προκάλεσαν, την εβδομάδα που πέρασε, οι προβλέψεις του ΔΝΤ σχετικά με την πορεία της οικονομίας. Η αναφορά –ενδεχομένως κάπως απαισιόδοξη– σε συρρίκνωση του ΑΕΠ κατά 1,2% συνεπάγεται μεγάλες ανησυχίες, όχι μόνο για την ίδια την πραγματική οικονομία, αλλά και για τα δημόσια οικονομικά.

Υπενθυμίζεται πως ο προϋπολογισμός του 2012 είχε βασιστεί στην υπόθεση εργασίας πως το ΑΠΕ θα κατέγραφε αύξηση κατά 0,5% μέσα στο έτος. Η πρόβλεψη αυτή είχε ανατραπεί περίπου 24 ώρες πριν αρχίσει η εκτύπωση των δελτίων του προϋπολογισμού που κατατέθηκαν στη Βουλή, με αποτέλεσμα να διορθωθεί μεν η αναφορά σε αύξηση κατά 0,5% (σε μείωση κατά 0,5%), χωρίς ωστόσο να είναι δυνατόν να γίνουν εκ νέου οι υπολογισμοί σχετικά με τα στοιχεία του προϋπολογισμού, και ιδίως στα κρατικά έσοδα.

Έτσι, εάν τελικά η υποχώρηση της ανάπτυξης είναι ακόμα μεγαλύτερη από ό,τι αναμένεται σήμερα και προσεγγίσει τα επίπεδα που αναμένει το ΔΝΤ, τότε η διόρθωση που θα πρέπει να γίνει θα είναι ακόμα μεγαλύτερη από τη σημερινή.

Με αυτά τα δεδομένα, η κυβέρνηση θα χρειαστεί ακόμα περισσότερες κινήσεις –και με μεγαλύτερο εκτόπισμα– για να μπορέσει να επιτύχει τους στόχους της. Σημειώνεται πως ο στόχος για φέτος είναι το έλλειμμα να περιοριστεί το 2,5% με 2,7%, κάτι που ήδη φαντάζει δύσκολο.

Τα στοιχεία τριμήνου
Εντός των ημερών θα γίνουν γνωστά τα αποτελέσματα του πρώτου τριμήνου του έτους, των οποίων η ανακοίνωση αναμένεται με πολύ μεγάλο ενδιαφέρον. Κι αυτό, διότι τα άσχημα στοιχεία του πρώτου διμήνου ενδεχομένως να είναι κάπως παραπλανητικά.

Με την ανακοίνωση των αποτελεσμάτων για τον Ιανουάριο και Φεβρουάριο του 2012, ο υπουργός Οικονομικών, Βάσος Σιαρλής, είχε σημειώσει πως η μείωση των εσόδων του κράτους οφειλόταν στην καθυστέρηση της καταβολής του ΦΠΑ, ο οποίος όμως έπρεπε να εισπραχθεί τον Μάρτιο.

Τα επίσημα στοιχεία του Υπουργείου Οικονομικών δικαιολογούν την εκτίμηση αυτή, αφού για το πρώτο δίμηνο του έτους οι εισπράξεις του κράτους από τον ΦΠΑ ήταν μειωμένες κατά 29 εκατ. ευρώ σε σχέση με την ίδια περίοδο πέρσι. Η μείωση αυτή μεταφράζεται σε πτώση κατά 15,45%. Συνολικά, τα έσοδα του κράτους μειώθηκαν οριακά, παρά τη στρέβλωση του ΦΠΑ, κατά μόλις 3,5 εκατ. ευρώ σε σχέση με πέρσι. Ωστόσο, πρέπει να σημειωθούν δύο άλλα στοιχεία των εσόδων: καταγράφηκε σημαντική αύξηση της τάξης του 18% στα μη φορολογικά έσοδα (17 εκατ. ευρώ) και μείωση στους έμμεσους φόρους κατά 18 εκατ. ευρώ (11,67%).

Έτσι, υπάρχει η ελπίδα πως τα στοιχεία θα είναι καλύτερα τον Μάρτιο, με πιο «φυσιολογικά» αποτελέσματα εσόδων για το τρίμηνο, λόγω της καταβολής του ΦΠΑ. Εάν γίνει κάτι τέτοιο, τότε θα υπάρξει κάποια ανακούφιση στα δημόσια οικονομικά, τα οποία θα αρχίσουν να επανέρχονται σε τροχιά στόχων.

Ωστόσο, δεν πρέπει να αναμένεται πως η διόρθωση θα είναι εύκολη, ακόμα κι αν ανατραπεί ο πλήρης εκτροχιασμός στο τέλος του πρώτου τριμήνου. Εάν η συρρίκνωση της οικονομίας συνεχιστεί, τότε είναι προφανές πως νέα μέτρα θα είναι απαραίτητα και δεν θα μπορούν, πλέον, να καθυστερήσουν. Ήδη, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, αλλά και η Κομισιόν, της οποίας κλιμάκιο από τη Γενική Διεύθυνση Οικονομικών επισκέφθηκε την Κύπρο την περασμένη εβδομάδα, δείχνουν να αγωνιούν για την πορεία των δημοσίων ταμείων.

Το ισοζύγιο πληρωμών
Η Κύπρος έχει την τάση να καταγράφει αύξηση του ελλείμματος στο ισοζύγιο πληρωμών σε περιόδους άνθησης της οικονομίας και αντίστοιχα να σημειώνει μείωση του ελλείμματός της σε περιόδους οικονομικής δυσχέρειας.

Αυτή η τάση αντικατοπτρίζει, κατά κύριο λόγο, την κατανάλωση, η οποία βασίζεται σχεδόν εξ ολοκλήρου σε εισαγόμενα προϊόντα.
Έτσι, όταν η κατανάλωση αυξάνεται, αυξάνονται και οι εισαγωγές, με αποτέλεσμα να μεγαλώνει και το εμπορικό έλλειμμα (και το έλλειμμα στο ισοζύγιο πληρωμών). Αντίθετα, σε περιόδους όπως η σημερινή, η μείωση της κατανάλωσης οδηγεί σε μείωση των εισαγωγών και «διορθώνει» προσωρινά το εμπορικό ισοζύγιο.

Ωστόσο, έστω κι αν ισχύει το συγκεκριμένο ποιοτικό χαρακτηριστικό για την κυπριακή οικονομία, τα πιο πρόσφατα στοιχεία που υπάρχουν, δείχνουν πως ο σημαντικότερος ρόλος έγκειται στην παραγωγή και όχι στην κατανάλωση.

«Υφεσιακές» εισαγωγές
Συγκεκριμένα, οι εισαγωγές καταναλωτικών αγαθών για τον Ιανουάριο (τα πιο πρόσφατα στοιχεία) καταγράφουν μια οριακή μόνο μείωση, της τάξης του 0,48%. Αντίθετα, οι εισαγωγές που αφορούν στην παραγωγή και την οικονομική δραστηριότητα σημειώνουν δραματική μείωση.

Έτσι, τα δεδομένα καταδεικνύουν πως οι πτωτικές τάσεις του ΑΕΠ είναι, πράγματι, πολύ σοβαρές για την οικονομία. Τα ενδιάμεσα αγαθά καταγράφουν μείωση στις εισαγωγές κατά σχεδόν 40 εκατ. ευρώ, με την πτώση να μεταφράζεται σε μείωση κατά 26,4% σε σχέση με πέρσι. Παρόμοια είναι και η εικόνα στα κεφαλαιουχικά αγαθά, όπου η μείωση είναι της τάξης του 33%.

Από αυτά, τα κεφαλαιουχικά αγαθά για χρήση στις κατασκευές έχουν καταγράψει πτώση κατά 54%, ενώ τα κεφαλαιουχικά αγαθά για χρήση από τη μεταποίηση έχουν μειωθεί κατά 59,4%.

Τα στοιχεία αυτά πρέπει να διαβαστούν με κάποια επιφύλαξη, αφού αφορούν σε έναν μόνο μήνα του έτους. Το στενό χρονικό σημείο που καλύπτουν μπορεί να εμπεριέχει κάποιες στρεβλώσεις, με ένα μικρό αριθμό μεγάλων παραγγελιών να καταφθάνουν στο επόμενο διάστημα.

Ωστόσο, το γεγονός ότι η μείωση είναι σταθερή –και μεγάλη– σε όλες τις κατηγορίες κεφαλαιουχικών και ενδιάμεσων αγαθών, αποτελεί σημαντική ένδειξη πως τα στοιχεία Ιανουαρίου δεν αποτελούν «ειδική περίπτωση» και πως, πράγματι, οι παραγγελίες για εισαγωγές που σχετίζονται με την παραγωγή συνεχίζουν να μειώνονται σημαντικά.

Αυτό σημαίνει πως η οικονομία οδεύει προς συνεχιζόμενη συρρίκνωση, αφού τα συγκεκριμένα αγαθά δεν αναμένεται να «μπουν» στην παραγωγή τον Ιανουάριο, αλλά μέσα στους επόμενους τρεις μήνες. Αξίζει να σημειωθεί πως η μόνη κατηγορία που σημειώνει ουσιαστική αύξηση στις εισαγωγές (cif) είναι τα καύσιμα και λιπαντικά (7,2%).

Σημειώνεται επίσης πως, παρά τα στοιχεία αυτά και τη σημαντική μείωση των εισαγωγών, τα επίσημα στοιχεία του Υπουργείου Οικονομικών καταγράφουν αύξηση στα έσοδα του κράτους από τους εισαγωγικούς δασμούς, κατά σχεδόν 4% τον Ιανουάριο και κατά 31% σχεδόν για το πρώτο δίμηνο, όταν ολοκληρώνονται όλες οι πληρωμές Ιανουαρίου.

Προεκτάσεις
Αυτά τα δεδομένα περιπλέκουν και τους εθνικούς λογαριασμούς. Η Κύπρος πρέπει, με κάποιο τρόπο, να χρηματοδοτήσει, ως οικονομία, το εμπορικό έλλειμμα, κάτι που καθίσταται ακόμα πιο δύσκολο σε μια περίοδο δημοσιονομικών ελλειμμάτων, τα οποία οδηγούν και το κράτος σε αυξημένο εξωτερικό δανεισμό, ο οποίος είναι απαραίτητος.

Επιπλέον, με τα στοιχεία αυτά επιβεβαιώνονται οι φόβοι πως η πραγματική οικονομία δεν οδεύει προς ανάκαμψη στο παρόν στάδιο. Ενδεχομένως σημαντικό ρόλο διαδραματίζει και η κατάσταση που επικρατεί στον τραπεζικό τομέα. Με τη μείωση των πιστώσεων είναι πολύ πιθανόν να μειώνονται οι δραστηριότητες των επιχειρήσεων και οι παραγγελίες για αγαθά που θα συμβάλουν στην επέκταση των εργασιών.

Πάντως, το 2011 δεν ήταν ένα ιδιαίτερα καλό έτος, γι’ αυτό και οι μειώσεις στις εισαγωγές δεν μπορούν να θεωρηθούν φυσιολογικές.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s