Λεγεώνες στο δάσος…

Είτε προτιμούν κάποιοι την κρίση (προεκλογικά), είτε δεν αντιλαμβάνονται τι συμβαίνει

Ο Κουιντίλιος Βάρος, με τρεις λεγεώνες, συν έξι κοόρτεις και τρεις ίλες ιππικού, μπήκε το 9 π.Χ. στο δάσος του Τευτοβούργου για να καταστείλει μία μικρή εξέγερση των γερμανικών φυλών. Ακολουθώντας τις ρωμαϊκές τακτικές στις οποίες κτίστηκε μία ολόκληρη αυτοκρατορία, αποφάσισε να περάσει μέσα από το δάσος και να στρατοπεδεύσει στην αντίθετη πλευρά.

Στα όμορφα δάση, όμορφα σε σφάζουνε...

Η λογική ήταν πως μάχες στα δάση δεν γίνονται, και πως στη συνέχεια θα μπορέσει να διεξάγει τη μάχη που θέλει εναντίον του Αρμίνιου όπως αυτός θέλει και να καθαρίσει με αυτή την εξέγερση.

Ο Αρμίνιος, όμως, είχε μεγαλώσει στη Ρώμη και γνώριζε καλά πώς λειτουργεί η ρωμαϊκή τακτική στα πεδία των μαχών. Γι’ αυτό και δεν επέτρεψε στη δύναμή του, ένα στρατό στα όρια του άτακτου, να μπει στη λογική μιας μετωπικής μάχης με τον Βάρο. Σε μία σειρά επιθέσεων, κάθε φορά μέσα σε δασώδεις περιοχές και κάτω από βαριά βροχή, ο Αρμίνιος καθάρισε τρεις λεγεώνες και κάτι και ο Βάρος αναγκάστηκε να πέσει πάνω στο σπαθί του για να μην πιαστεί αιχμάλωτος.

Λέγεται, μάλιστα, πως ο αυτοκράτορας Αύγουστος, με το άκουσμα της είδησης, άρχισε να κτυπά το κεφάλι του στους τοίχους και να φωνάζει απελπισμένος «Βάρε, φέρε πίσω τις λεγεώνες μου!»

Οι πετυχημένες τακτικές στήνονται με βάση κάποιες παραδοχές, για παράδειγμα πως δεν γίνονται μάχες στα δάση. Λειτουργούν υπό τον όρο του «ceteris paribus» (με τις υπόλοιπες παραμέτρους να παραμένουν σταθερές), εκείνο το «κόλπο» που χρησιμοποιούν οι οικονομολόγοι για να μπορούν να κτίσουν μοντέλα. Αυτή η στήλη επιμένει, όμως, πως «τα ceteris δεν είναι ποτέ paribus».

Σκεφτείτε, για παράδειγμα, τον 13ο. Κανένας μας δεν θέλει να τον χάσει, αλλά τα προσωπικά συμφέροντα του καθενός δεν συνάδουν απαραίτητα με το κοινό καλό. Η Κύπρος δεν έχει ούτε βιομηχανία που να παράγει τα αγαθά που πωλούνται τα Χριστούγεννα, ούτε ακόμα την ικανότητα να δανείζεται για να πληρώσει τους 13ους μισθούς. Έτσι, η κυβέρνηση παίρνει από την αγορά τα λεφτά και τα επιστρέφει στην αγορά για να τονώσει την κατανάλωση.

Μακροπρόθεσμα το μόνο που καταφέρνει είναι να χρησιμοποιήσει τους φόρους μας για να χρηματοδοτήσει τους ξένους βιομήχανους από τους οποίους εισάγουμε. Το λιανικό εμπόριο, όπου υπάρχει πολύ χαμηλή ένταση απασχόλησης, θα ωφεληθεί. Αυτό, όμως, γίνεται σε βάρος όλων των άλλων κλάδων, από τους οποίους «χάνεται» η προστιθέμενη αξία των φόρων και τελών που η κυβέρνηση παίρνει από τους πολίτες για να δώσει 13ο μισθό. Η «κλασική» τακτική δεν μπορεί να λειτουργήσει μέσα στο «δάσος» μιας χώρας χωρίς ουσιαστική βιομηχανία μεταποίησης, που είναι και αποκλεισμένη από τις αγορές.

Σε μία συγκυρία όπως τη σημερινή, μάλιστα, με το Υπουργείο Οικονομικών να αγωνίζεται για να αποκαταστήσει την αξιοπιστία τής Δημοκρατίας για να μπορούμε να ελπίζουμε πως θα σωθούμε, οι δηλώσεις του Προεδρικού πως δεν «παίζει» ο 13ος, αποτελεί μια κίνηση που, είτε προτιμά την κρίση (προεκλογικά), είτε δεν αντιλαμβάνεται το εύρος του προβλήματος. Πάντως, το θέμα έχει και μια σημαντική κοινωνική διάσταση, η οποία μπορεί να εξυπηρετηθεί μια χαρά εάν οι 13οι μισθοί αποκοπούν μόνο για τους υψηλόμισθους.

Παρομοίως, η λογική πως οι κρατικές δαπάνες μπορούν να λειτουργήσουν ως κεϋνσιανή τόνωση της οικονομίας, βασίζεται σε συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Εάν το κράτος δεν μπορεί να δανειστεί από το εξωτερικό, τότε το αποτέλεσμα είναι ακριβώς το αντίθετο από το επιθυμητό. Ουσιαστικά, το κράτος πνίγει τη ρευστότητα της αγοράς, ασκεί αυξητικές πιέσεις στα επιτόκια, αραιώνει την ήδη καταπονημένη ιδιωτική επένδυση και γονατίζει στον λαιμό της οικονομίας. (Τίποτε από αυτά δεν απενοχοποιεί τις τράπεζες, που είναι μια άλλη ιστορία).

Οι κεϋνσιανές δαπάνες, για να έχουν αντίκρισμα, πρέπει να δημιουργούν θέσεις εργασίας και προστιθέμενη αξία. Μπροστά στο ενδεχόμενο να υπάρχει αδρανές βάρος και μεγάλες σπατάλες στο σβέρκο των κρατικών ταμείων, η θεωρία είναι απολύτως σιωπηλή.

Ο πιο σίγουρος τρόπος για να επιτευχθεί ένας κεϋνσιανός πολλαπλασιαστής στην οικονομία της Κύπρου, δεν είναι οι νέες δαπάνες, οι οποίες θα προέρθουν αναγκαστικά από τον εγχώριο δανεισμό, αλλά η δημοσιονομική εξυγίανση. Και, σε αντίθεση με την εξυγίανση «α λα Μέρκελ», η όλη προσπάθεια θα πρέπει να περιλαμβάνει και ουσιαστικές μεταρρυθμίσεις.

Η κλασική θεωρία, πάνω στην οποία κτίστηκαν οι δυτικές οικονομίες των τελευταίων χρόνων –οι πιο δίκαιες και ευκατάστατες στην ιστορία– πρέπει να προσαρμόζεται στα δεδομένα ενός «πεδίου μάχης» που έχει αλλάξει. Αλλιώς πολεμάς στο δάσος, κι αλλιώς στην πεδιάδα. Στην περίπτωση της Κύπρου, όταν μιλάμε για τόνωση της οικονομίας στα πρότυπα της κεϋνσιανής λογικής, εννοούμε συνήθως τις δαπάνες που ξέρουμε εδώ και χρόνια: Αχρείαστες μαρίνες, μέγαρα «πολιτισμού» με εκ των προτέρων γνωστούς τους βασικούς ωφελημένους, δρόμους χωρίς κίνηση, επιδόματα σε εύπορους, μισθούς χωρίς αξιολόγηση…

Με αυτά τα δεδομένα, το πιο σημαντικό αναπτυξιακό μέτρο δεν μπορεί να είναι οι αυξημένες δαπάνες στο γνωστό μοτίβο, αλλά η μείωση της γραφειοκρατίας και οι ουσιαστικές μεταρρυθμίσεις. Αλλιώς, θα ψάχνουμε, όπως όλα δείχνουν, τις λεγεώνες μας που θα κείτονται σφαγμένες σε κάποιο μακρινό δάσος.

Επίσης, πρέπει να δούμε προσεκτικά το ΓεΣΥ και το ΜΔΠ. Και τα έσοδα από το φυσικό αέριο να μείνουν μακριά από τους πολιτικούς.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s