Τα μπιζέλια του Λισένκο δεν διάβαζαν Μαρξ…

 

Ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα της σοβιετικής γεωργίας ήταν ο καιρός και οι άσχημες παγωμένες και ξηρές σοδιές. Κι αυτό, μάλιστα, σε μια εποχή που το καθεστώς επιθυμούσε διακαώς να επιδείξει τη μεγάλη επιτυχία του κοινωνικού πειράματος της χώρας.
Τότε ο Τρόφιμ Λισένκο, ένας 29χρονος γεωπόνος, έγραψε ένα δοκίμιο για τον τρόπο με τον οποίο θα μπορούσαν να εγκλιματιστούν οι σπόροι, ούτως ώστε να αντέχουν στις δύσκολες κλιματικές συνθήκες.

Δεν συμμορφώνονταν με την διαταγές τα μπιζέλια…

Ο Λισένκο, βασισμένος στα επιστημονικά δεδομένα των θεωριών του εγκλιματισμού, αλλά και στη θεωρία του Δαρβίνου, βρήκε πως εάν οι σπόροι εκτεθούν σε υγρασία και κρύο, τότε μπορούν να εγκλιματιστούν και να ανθίσουν πλήρως την άνοιξη. Αργότερα, μάλιστα, ανακοίνωσε μια νέα ανακάλυψη, ότι δηλαδή οι εγκλιματισμένοι σπόροι «κληρονομούν» στους απογόνους τους τα χαρακτηριστικά τους. Έτσι, από τη στιγμή που εγκλιματίζεται μια «γενιά» σπόρων, το πρόβλημα λύνεται διά παντός.

Το 1929, η εφημερίδα «Πράβδα» εξέδωσε ολόκληρο αφιέρωμα στον γόνο Ουκρανών προλετάριων που απέδειξε με τη σοδειά μπιζελιών που φύτεψε κάπου στο Αζερμπαϊτζάν, πως μπορούν να λυθούν τα βασικά προβλήματα της σοβιετικής γεωργίας, και μάλιστα χωρίς χημικά και λιπάσματα. Ειπώθηκε, μάλιστα, πως με αυτά τα μέσα, θα μπορούν να δημιουργηθούν μονίμως πράσινα λιβάδια για τα βοοειδή της χώρας και να λυθούν επιπλέον προβλήματα.

Μάλιστα, ο Λισένκο είχε ακόμα μια χρησιμότητα. Σε μια εποχή όπου οι αγρότες της χώρας εγκατέλειπαν τα χωράφια τους απελπισμένοι, μπορούσε να τους πείσει να επιστρέψουν στην κοινωνικά επιθυμητή δουλειά τους στις κολεκτίβες και να λύσουν το μέγα πρόβλημα της αγροτικής παραγωγής που μάστιζε τη χώρα. Εκτός από κυρίαρχος βιολόγος της ΕΣΣΔ και πρόεδρος της Αγροτικής Ακαδημίας, έγινε και ο κύριος εκφραστής ενός «νέου κόσμου», όπου κοσμογονικές ανακαλύψεις θα γίνονταν από ταπεινούς επιστήμονες, προλετάριους χωρίς χρήματα και διαπρεπείς σπουδές.

Όσοι άσκησαν κριτική, περιθωριοποιήθηκαν ή και «εκκαθαρίστηκαν». Ο Στάλιν είχε ήδη λύσει τις διαφωνίες που δημιουργήθηκαν, με μια ομιλία που έκανε το 1929 με την οποία επαινούσε την «πρακτική» εις βάρος της «θεωρίας».

Εν τω μεταξύ, το γεγονός ότι όλες αυτές οι πρακτικές κάθε άλλο παρά «πρακτικές» ήταν, οδηγούσε στη δεκαετία του 1930, μεταξύ 6 και 8 εκατομμύρια Σοβιετικούς στον αργό θάνατο της πείνας. Όσο κι αν βόλευε ιδεολογικά ο Λισένκο και η θεωρία του, δεν είχε καμία σχέση με την πραγματικότητα. Και, όταν στηρίζεις μια «αλήθεια» μόνο και μόνο διότι σε βολεύει, τελικά την πληρώνεις.

Μόνο με την άνοδο του Χρουστσόφ στην εξουσία, και την αποσταλινοποίηση που έκανε, εγκαταλείφτηκε αυτή η εγκληματική στάση. Το πρόβλημα, μέχρι τότε, ήταν πως ο Λισένκο και η πρακτική του ήταν εξαίρετα εργαλεία για τη σοβιετική επιχειρηματολογία και τη (δήθεν) Μαρξιστική θεωρία.

Το πρόβλημα με την αλήθεια, όμως, είναι πως δεν είναι ανάγκη να μας βολεύει για να είναι αλήθεια: Η Αλήθεια δεν λειτουργεί υπό προϋποθέσεις.

Αυτό το συμπέρασμα παραμένει άγνωστο στην οικονομική πολιτική της κυβέρνησης. Ο υπουργός Οικονομικών, Βάσος Σιαρλή, δηλώνει κατ’ επανάληψη, πως το βασικότερο έλλειμμα της Κύπρου, είναι εκείνο της αξιοπιστίας. Χρησιμοποιεί το παράδειγμα της Ελλάδας για να πείσει πως χρειάζονται «επώδυνα μέτρα» για να αποφύγουμε ακόμα χειρότερες καταστάσεις. Σχολιάζει πως είμαστε ενώπιον του Μηχανισμού, και πως η μόνη εναλλακτική επιλογή, ενός διμερούς δανείου από άλλο κράτος, «δεν είναι η πιο επιθυμητή επιλογή», αφήνοντας να πλανάται η ανησυχία για την εθνική κυριαρχία.

Την ίδια ώρα, όμως, που ο κ. Σιαρλή έκανε αυτές τις δηλώσεις, το Προεδρικό εξέδιδε ανακοινώσεις για τους «κινδυνολόγους», ενώ λίγες ώρες νωρίτερα, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας γιόρταζε την Πρωτομαγιά, κάνοντας λόγο για «εκείνους» που θέλουν «μέτρα» όπως τη μεταρρύθμιση της ΑΤΑ, διότι είναι «εναντίον των εργαζομένων».

Η λισενκοϊκή στάση που συνεχίζει να επικρατεί στο Προεδρικό (και αλλού), έχει αποκλείσει την πιο πλήρη επιλογή, υπέρ της οποίας καλούσαν πολλοί σχολιαστές από το 2008. Την επιλογή, δηλαδή, για μέτρα «μια κι έξω» που να λύνουν το δημοσιονομικό πρόβλημα και, αν μη τι άλλο, να δείχνουν στις αγορές και τους λοιπούς «ενδιαφερόμενους» πως η Κύπρος είναι μια χώρα που επιθυμεί να κάνει ό,τι χρειάζεται για το δικό της καλό. Αντί τούτου, δείχνουμε κολλημένοι στη μέγγενη.

Από τη μία, υπάρχει μια Αριστερή κυβέρνηση που επιμένει στην πεπατημένη «πρακτική». Επιμένει, για παράδειγμα, πως η μείωση της ΑΤΑ για τους υψηλόμισθους είναι «αντιλαϊκό» μέτρο και πως η περικοπή μισθών και επιδομάτων (και πάλι για τους υψηλόμισθους) είναι «μέτρο κατά της εργατιάς». Από την άλλη, μια λαϊκή Δεξιά, που ενδόμυχα μοιράζεται τον ευρωσκεπτικισμό της Αριστεράς και θεωρεί πως, παρά να μπούμε σε ένα Μηχανισμό που θα φέρει μέτρα, καλύτερα να «χρωστούμε» σε άλλες χώρες, είτε αυτές είναι η Ρωσία, είτε η Κίνα, είτε οποιαδήποτε άλλη. Ξεχνούν, προφανώς δεν είναι λεφτά που θα «χρωστούμε».

Είναι πάντως, μάλλον, περίεργο η λαϊκή δεξιά να θέλει να παραδώσει εθνική κυριαρχία για χάρη χρημάτων, τη στιγμή δε που η Αριστερά συνεχίζει να προδίδει τους φτωχότερους χάριν των προνομίων που απολαμβάνει μια δεξιότατη νομενκλατούρα. Κι όλα αυτά για να μη διορθωθούν τα κακώς έχοντα: Οι σπατάλες, τα προνόμια που επιδεινώνουν την κοινωνική ανισότητα, τη λογική της «αρπαχτής» και τις αδυναμίες μας ως χώρα.

Η αλήθεια, όμως, είναι εκεί, και δεν την νοιάζει αν τη γουστάρουμε.

Επίσης, επείγει το ΓεΣΥ και το ΜΔΠ. Και μακριά τα έσοδα από το φυσικό αέριο από τους πολιτικούς.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s