To «New Deal» γράφεται με τρία «R»

 Ένα από τα αγαπημένα παραδείγματα των πάντων τον τελευταίο καιρό είναι η πολιτική του Ρούσβελτ κατά τη διάρκεια της Μεγάλης Ύφεσης. Οι «κεϋνσιανές» δαπάνες των ΗΠΑ τη δεκαετία του 1930 αποτελούν μοντέλο για πολλούς σχολιαστές, οι οποίοι καλούν την Ευρώπη να σταματήσει τη λιτότητα και να στραφεί προς την τόνωση της ανάπτυξης.

Η πολιτική του Ρούσβελτ, στο κάτω-κάτω, ενίσχυσε την οικονομία των ΗΠΑ στη χειρότερή της στιγμή με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί προστιθέμενη αξία, νέες θέσεις εργασίας και οικονομική δραστηριότητα, (μέρος της λύσης ήταν και οι νομισματικές πολιτικές, αλλά αυτό είναι ένα άλλο άρθρο).

Νερό; Ρεύμα; Ανάπτυξη;

Η σκέψη πως τα μέτρα του κράτους πρέπει να στρέφονται προς την ανάπτυξη, ήλθε και στην Κύπρο. Ο διάλογος έχει διατυπωθεί, πλέον, ως ένα δίλημμα: «Λιτότητα ή ανάπτυξη». Πρέπει, όμως, να κοιτάξει κανείς προσεκτικά την κατάσταση στην Κύπρο και να σκεφτεί τι σημαίνει η «τόνωση της ανάπτυξης», με δεδομένο τον αποκλεισμό της Δημοκρατίας από τις αγορές, αλλά και τις πιέσεις στα δημόσια οικονομικά. Ουσιαστικά –κι αυτό έγινε τους τελευταίους 36 μήνες– σημαίνει πως πρέπει, είτε να αυξηθούν οι φόροι είτε να δανειστεί βραχυπρόθεσμα και με υψηλό επιτόκιο το κράτος για να δώσει στην οικονομία.

Πιο απλά, να αντλήσει χρήματα από την οικονομία (πάλι), πιέζοντας τα επιτόκια, με τον σκοπό να δώσει πίσω αυτούς τους πόρους στην οικονομία «για να την τονώσει».

Τα πάμπολλα ιστορικά παραδείγματα που έχουμε μπροστά μας δείχνουν πως η τόνωση της οικονομίας προϋποθέτει ότι στην οικονομία θα επιτραπεί να λειτουργήσει. Ιδίως, δε, όταν το κράτος είναι σπάταλο, όταν οι λειτουργικές του δαπάνες αντικατοπτρίζουν μια απηρχαιωμένη δομή και όταν η γραφειοκρατία αποτελεί εμπόδιο στην επένδυση, δεν μπορεί η λογική να είναι ότι θα τονώσουμε την οικονομία μέσα από νέες δαπάνες.

Η λογική του Ρούσβελτ, σύμφωνα με πολλούς αναλυτές, είναι πως τα «μεγάλα έργα είναι ο καλύτερος τρόπος για τόνωση της οικονομίας. Το «New Deal», όμως, που επέτρεψε στις ΗΠΑ να μπουν σε μία πορεία ανάπτυξης έως τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο για να ολοκληρώσει την τόνωση της οικονομίας είναι παραπλανητικό παράδειγμα.

Πρώτο, διότι οι ΗΠΑ μπήκαν στην κρίση της Μεγάλης Ύφεσης με πλεονάσματα. Το δημόσιο χρέος, μάλιστα, δεν ξεπέρασε το 50% του ΑΕΠ παρά μόνο προς το τέλος της δεκαετίας του 1930, με τις μεγαλύτερες αυξήσεις να σημειώνονται αργότερα, με τον πόλεμο. Παράλληλα, οι ΗΠΑ είχαν την πολυτέλεια να δανείζονται.

Μάλιστα, από το 1929 ως το 1931, η απόδοση του T-Bill είχε πέσει, από 5% σε επίπεδα χαμηλότερα από 1%, κυρίως λόγω της φυγής των επενδύσεων προς το πιο ασφαλές προϊόν. Η Κύπρος δεν έχει άλλες επιλογές από τον δανεισμό, είτε από την εγχώρια αγορά, κάτι που αραιώνει την οικονομία, είτε από «επενδυτές» και ξένα κράτη, κάτι που βάζει στο σανίδι του χασάπη την εθνική κυριαρχία.

Δεύτερο, πέρα από τα υποφερτά δημόσια οικονομικά που επέτρεπαν νέες δαπάνες, πρέπει κανείς να σκεφτεί τι έκαναν οι δαπάνες. Το σήμα κατατεθέν του «New Deal», το φράγμα Χούβερ, αποτελεί καλό παράδειγμα: Οι δαπάνες αφιερώθηκαν κυρίως σε υποδομές, στην ηλεκτροδότηση, τις μεταφορές και τη διαχείριση πόρων. Όχι πάντως σε νέα επιδόματα, εκτός από εκείνους που είχαν ανάγκη. Ακόμα και τα έργα –μέγαρα, δρόμοι, μαρίνες– δεν έχουν καμία σχέση με τις ανάγκες της οικονομίας (ή του πολιτισμού) αλλά με άλλα κριτήρια. 

Τρίτο, το τρίπτυχο των «τριών R» της ανάκαμψης, ανακούφισης και μεταρρύθμισης, (recovery, relief, reform) ολοκληρώθηκε με εκτενή μέτρα για την ενίσχυση της οικονομίας. Το άνοιγμα των αγορών συνόδευσε η προστασία των εργαζομένων, η ενίσχυση του κράτους προνοίας, αλλά και η προστασία των καταθετών και η πάταξη της χρηματοπιστωτικής απάτης. Ούτε αυτό ισχύει στην Κύπρο.

Τα μοντέλα, οι θεωρίες και οι αναλύσεις, από την κεϋνσιανή λογική μέχρι τη μετέπειτα ερμηνεία της από τον Χικς στο μοντέλο IS-LM, δεν αναλύουν ποτέ τι γίνεται εάν το κράτος είναι σπάταλο και δαπανά με αρνητικό αντί θετικό κεϋνσιανό πολλαπλασιαστή. Ούτε προβλέπουν τι γίνεται όταν το κράτος δεν έχει πρόσβαση σε δανεισμό παρά μόνο μέσα από το πάτημα της οικονομίας.

Η «ανάπτυξη» συνεπάγεται και μέτρα, το τρίτο «R» του Ρούσβελτ, «Reform». Το νοικοκύρεμα των δημόσιων ταμείων δεν μπορεί να γίνεται μόνο με φόρους, χωρίς μείωση των σπάταλων δαπανών και χωρίς αναδιάρθρωση των δομών του κράτους. Πιο απλά, η ανάπτυξη δεν μπορεί να είναι άλλοθι για τη διαγραφή των μέτρων εξυγίανσης των οποίων ο αντίκτυπος μπορεί να είναι εξίσου «αναπτυξιακός», ιδίως σε περιπτώσεις όπως τη δική μας.

«Αναπτυξιακή πολιτική», όμως, είναι η μείωση του διοικητικού φόρτου που ακόμα καθυστερεί. Είναι η μείωση των αχρείαστων δαπανών και της σπατάλης στο κράτος για να μην οδηγεί πιεστικά σε νέους φόρους και σε αφαίμαξη της οικονομίας και αύξηση των επιτοκίων. Αναπτυξιακή είναι και αναμόρφωση πολιτικών που έχουν πάψει να προσφέρουν. Έτσι, το δίλημμα «ανάπτυξη ή λιτότητα» είναι επίπλαστο. Κυρίως, η «εξυγίανση» και τα «μέτρα» δεν είναι συνώνυμα της «λιτότητας». Το ζητούμενο σήμερα είναι εξυγίανση για να μπορεί να επιτευχθεί η ανάπτυξη.

Επίσης πρέπει να αυτονομηθούν τα νοσηλευτήρια για να προχωρήσει το ΓεΣΥ, αλλά και να εκπονηθεί ΜΠΔ. Και τα λεφτά από το αέριο να μείνουν μακριά από τους πολιτικούς.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s