3 Ιουνίου, στις 3:01 το πρωί

Η προηγούμενη Κυριακή ήταν μία πολύ σημαντική μέρα για όλους τους Κύπριους. Στις 3 Ιουνίου, στις 3:01 το πρωί είχαμε καλύψει το 42,6% του έτους. Σχηματικά, θα μπορούσε να πει κανείς πως όσα λεφτά είχαμε βγάλει, ο καθένας ξεχωριστά και όλοι μαζί ως οικονομία, από την 1η Ιανουαρίου μέχρι εκείνη τη στιγμή ισοδυναμούν με τα χρήματα που θα πάρει το κράτος από εμάς για τις δαπάνες του.

Θα μπορούσε κανείς να θέσει την εικόνα αλλιώς, πως το κράτος, δηλαδή, παίρνει 43 σεντ από το κάθε ευρώ των μισθών και των μεροκάματών μας ή πως για το κράτος δουλεύουμε το 43% του χρόνου μας.

Είναι πολλά. Αν αρχίζεις να εργάζεσαι για την οικογένειά σου και τον εαυτό του μετά που μπαίνει ο Ιούνης, τότε εργαζόσουν τζάμπα για πέντε μήνες και κάτι. Το μεγαλύτερο ζήτημα, όμως, δεν είναι αυτό.

Εξάλλου, το 43% που παίρνει το κράτος από τους πολίτες –τόσος είναι ο προϋπολογισμός ως ποσοστό του ΑΕΠ– δεν συγκρίνεται ιδιαίτερα άσχημα με άλλες χώρες. Το βαθύτερο ζήτημα είναι τι παίρνουμε ως πολίτες σε αντάλλαγμα για το γεγονός ότι 155 ημέρες τον χρόνο εργαζόμαστε για να τα πάρει το κράτος.

Αυτό είναι το μεγάλο ζητούμενο, και δη σε μια περίοδο κατά την οποία οι πάντες μιλούν για την ανάγκη τόνωσης της ανάπτυξης, τους περιορισμούς της σπατάλης και την πίεση που προκαλεί η μείωση των κρατικών δαπανών. Και, για να είμαστε απόλυτα ξεκάθαροι, όλοι οι φοιτητές γνωρίζουν από το δεύτερο κιόλας μάθημα πως οι κρατικές δαπάνες –εκείνο το «G» – είναι μέρος του ΑΕΠ. Και γι’ αυτό, η αύξησή των κρατικών δαπανών μεταφράζεται με πολλαπλασιαστικά οφέλη στην τόνωση της οικονομίας, ανάλογα και με άλλους παράγοντες, όπως την τάση αποταμίευσης και το πόσο δαπανούν οι πολίτες στην κατανάλωση.

Η θεωρία, όμως, υπάρχει μόνο σε μία αποστειρωμένη μοντελοποίηση της ζωής. Στην πραγματικότητα, η ζωή είναι πολύ πιο βρώμικη, γεμάτη μικρόβια. Η κατάσταση θυμίζει λίγο τον διάσημο μηχανικό, Μπρουνέλ, που έκτισε στα μέσα του 19ου αιώνα, ένα σιδηρόδρομο χωρίς μηχανή. Αντί τούτου, χρησιμοποίησε αντλίες αέρα για να δημιουργήσει κενά αέρος που «ρουφούσαν» τις αμαξοστοιχίες με ταχύτητες που έφταναν τα 112 χιλιόμετρα την ώρα, τεράστια ταχύτητα για την εποχή.

Στη θεωρία, ήταν μία εξαιρετική εφεύρεση.

Στην πράξη όμως, τα κενά αέρος λειτουργούν μόνο εάν το όλο σύστημα είναι στεγανό. Οι ποντικοί, όμως, είχαν την τάση να τρώνε το λάστιχο που χρησιμοποιούσε ο Μπρουνέλ στον σιδηρόδρομό του, με αποτέλεσμα να αφαιρεί αέρα από τον αγωγό, κι αντί αυτό να ρουφά τις αμαξοστοιχίες, να μπάζει αέρα και να τις αφήνει ακίνητες.

Στην προκειμένη, το κράτος δεν μπορεί να δανειστεί. Κι όταν τα καταφέρνει, συμβαίνουν τρία τινά: Πρώτο, το κάνει βραχυπρόθεσμα, και άρα τα λεφτά πρέπει να πληρωθούν άμεσα. Ο τελευταίος δανεισμός –πάλι– ήταν για 13 εβδομάδες ο μισός, και ο άλλος μισός για μόλις 30 ημέρες. Δεύτερο, τα επιτόκια είναι πολύ υψηλά και άρα ο δανεισμός στοιχίζει πολλά – πέρα από 4,5% για δάνεια ενός μηνός. Τρίτο, δανείζεται από την εγχώρια αγορά και άρα «τραβά» λεφτά από την οικονομία για να τα δαπανήσει στην… οικονομία, πάντα με κάποια απώλεια.

Έτσι, οι κρατικές δαπάνες ουσιαστικά τραβούν λεφτά από την εγχώρια οικονομία για να δαπανηθούν ως «στήριξη στην οικονομία». Στη θεωρητική ανάλυση, συμβαίνει κάτι περίεργο: Ενώ αυξάνονται οι κρατικές δαπάνες, η επίδρασή τους είναι αρνητική. Στην κεϋνσιανή λογική, οι κρατικές δαπάνες μειώνουν, αντί να αυξάνουν τη συνολική ζήτηση.

Την ίδια στιγμή, τα χρήματα από τον δανεισμό του κράτους, που βγαίνουν από την οικονομία τόπου με υψηλά επιτόκια και βραχυπρόθεσμα δάνεια, πάνε σε μεγάλο βαθμό σε σπάταλες δαπάνες. Τρία χαρακτηριστικά του «G» των φοιτητών που καθιστούν την επίδραση των κρατικών δαπανών, αντίθετη με τις προβλέψεις της θεωρίας.

Από τα τρία, οι πολίτες εισπράττουν το μεγαλύτερο –τον αρνητικό πολλαπλασιαστή των δαπανών.
Όπως και στον σιδηρόδρομο του Μπρουνέλ, αντί να πιάνει τα 112 km/h, το σύστημα μένει στάσιμο. Κατ’ ακρίβεια, είναι και χειρότερο, διότι το σύστημα στη δική μας περίπτωση, πάει πισινή.

Ενώ ακόμα περιμένουμε να έρθουν τα μέτρα που η ίδια η κυβέρνηση ψήφιζε πέρυσι στις Βρυξέλλες και φέτος απορρίπτει στη Λευκωσία ως «αντιλαϊκές», το ερώτημα είναι πώς μπορεί η δημοσιονομική πολιτική να τονώσει την οικονομία. Η ανησυχία πως οι μειώσεις των δαπανών του κράτους σε κατηγορίες όπως το μισθολόγιο και τα λειτουργικά έξοδα, θα μειώσουν και το ΑΕΠ, δεν ισχύουν, ακριβώς λόγω των ιδιαιτεροτήτων της κυπριακής περίπτωσης.

Υπάρχει μπόλικος χώρος για κινήσεις, αλλά και μπόλικο λίπος για να κοπεί από το κράτος, χωρίς να επηρεάσει τη συνολική ζήτηση της οικονομίας. Το παράδοξο ότι η μείωση των κρατικών δαπανών και ο εξορθολογισμός τους μπορούν να αυξήσουν αντί να μειώσουν τη συνολική ζήτηση, είναι πλέον η απλή αλλά επείγουσα ανάγκη του τόπου. Μάλιστα, αν βρει η κυβέρνηση τα κότσια να λάβει μέτρα που είναι ανεπιθύμητα μεν, απαραίτητα δε, θα έχουν και οι πολίτες ένα αντίκρισμα ουσιαστικό για όσα λεφτά βγάλαμε μέχρι την περασμένη Κυριακή.

Επίσης, πρέπει να προχωρήσει το ΓεΣΥ και να εκπονηθεί ΜΔΠ. Και, πάνω από όλα, τα έσοδα από το φυσικό αέριο πρέπει να μείνουν αυστηρώς μακριά από τους πολιτικούς.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s