Οργιάζει το παρασκήνιο στην Τράπεζα Κύπρου

Χειροτερεύει το κλίμα, με όλα τα σενάρια ανοικτά για το επόμενο διάστημα

Έντονα μπήκε στη δημοσιότητα η Τράπεζα Κύπρου την περασμένη εβδομάδα, με αφορμή την έρευνα που εξήγγειλε η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς σχετικά με το ποσό που ζήτησε η τράπεζα από το EFSF. Όπως είναι γνωστό, στην Ετήσια Γενική Συνέλευση της τράπεζας αναφέρθηκε πως οι ανάγκες κεφαλαιοποίησής της είναι 200 εκατ. ευρώ, αλλά μερικές μόλις ημέρες αργότερα η τράπεζα ανακοίνωσε πως ζητά από το EFSF στήριξη ύψους 500 εκατ. ευρώ. Ταυτόχρονα, έντονες ήταν οι αντιδράσεις για την ανακοίνωση της Τράπεζας Κύπρου –η οποία έγινε με άκομψο τρόπο, μόνο σε Ελλάδα και απόγευμα Παρασκευής– πως δεν θα πληρωθούν οι τόκοι στα ΜΑΕΚ που αγόρασαν πολλοί επενδυτές.

Ωστόσο, τα δύο αυτά συμβάντα, τα οποία αποτελούν και το επίκεντρο του ενδιαφέροντος, δεν είναι παρά μια υποσημείωση στο όλο παρασκήνιο στην τράπεζα. Κι αυτό, διότι η έρευνα της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς δεν αναμένεται να προχωρήσει πέρα από την απαίτηση εξηγήσεων, αφού η Τράπεζα Κύπρου έχει ήδη δώσει απαντήσεις, οι οποίες δικαιολογούν και το κλείσιμο της υπόθεσης.

Αντίθετα, στο παρασκήνιο οργιάζουν κινήσεις και διαφωνίες, στο βάθος των οποίων βρίσκονται μεγαλομέτοχοι, μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου της τράπεζας, αλλά και υψηλόβαθμα στελέχη του οργανισμού. Το κλίμα έχει καταφανώς χαλάσει γύρω από την τράπεζα, και δεν πρέπει πλέον να αποκλείεται τίποτα.

Απάντηση στην Κεφαλαιαγορά

Πάντως, σύμφωνα με πληροφορίες που συνέλεξε η «Κ», η απάντηση της Κύπρου στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς θα είναι αρκούντως συγκεκριμένη για να δώσει ένα τέλος στην έρευνα της Επιτροπής. Η τράπεζα σημειώνει πως όλα τα ποσά που αναφέρθηκαν, δεν ήταν παρά εκτιμήσεις, αφού ο σχετικός έλεγχος ολοκληρώθηκε μετά την ετήσια Συνέλευση, και μάλιστα εσπευσμένα, περίπου ένα μήνα νωρίτερα από ό,τι γίνεται υπό κανονικές συνθήκες.

Έτσι, σύμφωνα με στελέχη της τράπεζας, αναγκαστικά παρουσιάστηκαν στην Ετήσια Γενική Συνέλευση οι όποιοι «υπολογισμοί» ήταν διαθέσιμοι εκείνη τη στιγμή, με τον επιπλέον άγνωστο παράγοντα της Ελλάδας, η οποία επέφερε απανωτά πλήγματα λόγω της καθίζησης που υπέστη η εκεί αγορά το τελευταίο διάστημα και λόγω της πολιτικής αβεβαιότητας που προέκυψε για ένα μεγάλο μέρος του β΄ τριμήνου.

Η τράπεζα σημειώνει επίσης πως οι προβλέψεις «δεν ήταν αφύσικα χαμηλές», αφού έφτασαν τα 426 εκατ. ευρώ, αντί για 160 με 170 εκατ. που ήταν το σύνηθες ποσό παλαιότερα. Ωστόσο, οι υπολογισμοί των επισφαλειών «έπεσαν έξω» κατά 150 εκατ. ευρώ, γεγονός που διαφάνηκε «μετά την ολοκλήρωση του ελέγχου, δηλαδή μετά την ετήσια γενική συνέλευση».

Κάποια εικόνα, έστω και αμυδρή, θα έπρεπε ωστόσο να υπήρχε από την ημέρα της Γενικής Συνέλευσης, με τη διοίκηση να αποφεύγει το θέμα για να μην «αναγκαστεί να μιλήσει για νούμερα που ήταν άγνωστα». Σε κάθε περίπτωση, και άσχετα με τη νομική πτυχή του θέματος, οι μέτοχοι της τράπεζας αισθάνονται παραπλανημένοι, βλέποντας το ποσό που χρειάζεται η τράπεζα για την ανακεφαλαιοποίησή της να υπερδιπλασιάζεται μέσα σε μερικές ημέρες.

Επιπλέον πλήγμα δέχτηκε η τράπεζα από την απόφαση των εξωτερικών ελεγκτών της πως θα πρέπει να γίνει μεγαλύτερο κούρεμα στους υπολογισμούς των ελληνικών ομολόγων. Η αύξηση του κουρέματος (από 71% σε 79%) επέφερε ένα επιπλέον πλήγμα ύψους 80 εκατ. ευρώ στην τράπεζα. Έτσι, μαζί με τους νέους υπολογισμούς για τις επισφάλειες, οι ανάγκες που προέκυψαν για την τράπεζα αυξήθηκαν από 200 εκατ. ευρώ σε 430 εκατ. ευρώ.

Το μυστήριο της Eurolife

Το βαρύτερο πλήγμα, το οποίο δεν μπορούσε προφανώς να καλυφθεί, ούτε με αυξημένη κερδοφορία ούτε με άλλο τρόπο, ήταν το ναυάγιο στο θέμα της πώλησης της Eurolife και των Γενικών Ασφαλειών.
Η προσπάθεια για αποξένωση της Eurolife είχε εξαρχής πολλούς «εχθρούς», για διάφορους λόγους. Άλλοι θεωρούσαν πως η πώληση ήταν μια κίνηση της διοίκησης για να εξασφαλίσει πως δεν θα χρειαστεί τη συμβολή μεγαλομετόχων στην αύξηση κεφαλαίου, θωρακίζοντας έτσι τη θέση της – και την επιβίωσή της. Άλλοι, όμως, θεωρούσαν πως η όλη προσπάθεια έγινε βεβιασμένα, «άρον-άρον», και σε μια εποχή κατά την οποία δεν μπορούν να εξασφαλιστούν οι καλύτερες τιμές. Ακόμα και σήμερα, άτομα που συνδέονται με την απόφαση σχολιάζουν πως «υπάρχουν κι άλλοι αγοραστές» στην αγορά.

Από την πλευρά της διοίκησης, το βασικότερο σχόλιο ήταν πως η τιμή ήταν περισσότερο από ικανοποιητική, και εφόσον υπάρχει «όχι έντονο, αλλά πολύ έντονο ενδιαφέρον», θα ήταν θεμιτό να προχωρήσει η όλη διαδικασία.

Η διαδικασία προχώρησε μεν, αλλά κατέρρευσε «την τελευταία στιγμή και χωρίς προειδοποίηση». Πολλοί παρατηρητές κάνουν λόγο για «παρεμβολές» από «διάφορες πλευρές». Σημειώνεται πως ορισμένοι από εκείνους που τάχθηκαν κάθετα εναντίον της πώλησης, ήταν σε θέση, θεσμικά και αλλιώς, να μπλοκάρουν το ντιλ.

Κατά τα φαινόμενα, έτσι φαίνεται πως έγινε, με τις «παρεμβολές» να έχουν «αποτρέψει» την πώληση, με διαφόρων ειδών κίνητρα πίσω από αυτές τις παρεμβολές – άλλα αγνά και άλλα όχι τόσο. Πάντως, το δεδομένο είναι πως ασκήθηκαν «πιέσεις» για το όλο θέμα, πριν ακόμα ναυαγήσει η συμφωνία. Το πλήγμα στις ανάγκες της τράπεζας από αυτή την ανατροπή ήταν υψηλότερο από 200 με 250 εκατ. ευρώ, με ορισμένους από τους εμπλεκόμενους να σχολιάζουν πως το ποσό της πώλησης θα μπορούσε να είχε φτάσει και τα 300 εκατ. ευρώ.

Βαθύτερο παρασκήνιο

Πάντως, η διοίκηση της τράπεζας έχει «ανοιχτεί» από μόνη της σε επιθέσεις. Πέρα από την άκομψη διαχείριση ζητημάτων, όπως η μη πληρωμή των ΜΑΕΚ, αλλά και η αποφυγή προειδοποιήσεων πως το ποσό που θα χρειαστεί θα είναι μεγαλύτερο από 200 εκατ. ευρώ, έγιναν και χειρισμοί που χάλασαν το κλίμα στην Κύπρου. Επιπλέον, στο παρασκήνιο εκφράζονται έντονα παράπονα για τη μαζική αγορά ελληνικών ομολόγων στις αρχές του 2010, ενώ η εξαγορά της Uniastrum παραμένει αντικείμενο διαφωνιών μέχρι και σήμερα.

Μάλιστα, το όλο παρασκήνιο δεν είναι άσχετο και με διάφορα συμβάντα που προηγήθηκαν της αλλαγής σκυτάλης στην Κεντρική Τράπεζα. Την ίδια ώρα, ωστόσο, και με δεδομένο ότι «ουδείς αναμάρτητος» στην όλη ιστορία, σημειώνεται πως η διοίκηση της τράπεζας έχει ανοίξει την πόρτα σε πολλές αντιδράσεις, οι οποίες ήταν, σε μεγάλο βαθμό, φυσιολογικές.

Αναφέρεται, χαρακτηριστικά, η διαχείριση που έγινε σχετικά με τη μη καταβολή των τόκων στα ΜΑΕΚ, μια απόφαση που εκτός από την κακή διαχείριση της οποίας έτυχε, δεν θα κλείσει εύκολα και χωρίς συνέχεια. Πάντως, η νομική πτυχή δεν είναι απόλυτα ξεκάθαρη, αφού ανάμεσα στους όρους για την πληρωμή των ΜΑΕΚ ήταν και η υποχρέωση να διαθέτει ήδη η τράπεζα τα απαραίτητα εποπτικά κεφάλαια, συν κέρδη προς διανομή. Με δεδομένη την κατάσταση στην Κύπρου, δεν ήταν απόλυτα σαφές πως είχε το δικαίωμα να πληρώσει τους τόκους, τουλάχιστον χωρίς αδειοδότηση από την Κεντρική Τράπεζα. Η απόφαση, ωστόσο, διαμηνύθηκε με άκομψο τρόπο και χωρίς καμία προειδοποίηση προς τους κατόχους τους.

Η διοίκηση της τράπεζας, πάντως, έχει έτοιμες απαντήσεις για όλα αυτά τα «παράπονα». Αν και «δεν λέγεται ανοικτά», για παράδειγμα, η αγορά ελληνικών ομολόγων δεν ήταν μια «διοικητική πράξη» από πλευράς της τράπεζας, αφού είναι καλά γνωστές, σε όσους παρακολουθούν το όλο ζήτημα, οι έντονες «παραινέσεις» (βλέπε πιέσεις) για αγορά ελληνικών ομολόγων από πλευράς της Αθήνας. Η διοίκηση επιμένει –πολύ έντονα πλέον– στην ανάγκη για εξωτερικό έλεγχο τύπου «BlackRock», με σκοπό «να ξεκαθαρίσει πλήρως το τοπίο και να αρθούν οι όποιες αμφιβολίες».

Γεγονός παραμένει, όμως, ότι η διαχείριση που έγινε –επικοινωνιακά και αλλιώς– από τη διοίκηση της τράπεζας στα διάφορα ζητήματα που τέθηκαν τον τελευταίο καιρό, έχει δημιουργήσει ένα αρνητικό κλίμα που είναι πρωτόγνωρο γύρω από την τράπεζα. Οι εξελίξεις είναι πλέον αβέβαιες. Όπως γράφτηκε την περασμένη εβδομάδα, γίνονται «παραινέσεις» από την Κεντρική Τράπεζα για παραιτήσεις στο Δ.Σ., ενώ οι πιέσεις που ασκούνται γίνονται όλο και πιο έντονες.

Πολλές οι ευθύνες με πολιτικό φόντο

Εν τω μεταξύ, η απόσταση μεταξύ της Κεντρικής Τράπεζας και της Τράπεζας Κύπρου έχει επίσης ανοίξει, με τις διαφωνίες να είναι πλέον ανοικτές μεταξύ των στελεχών των δύο οργανισμών. Άτομα που γνωρίζουν τα όσα τεκταίνονται, σχολιάζουν πως «κάθε άλλο παρά ξαφνιάστηκε» η Κεντρική Τράπεζα για το αίτημα της Τράπεζας Κύπρου για κρατική στήριξη, αφού η κατάσταση στον όμιλο ήταν καλά γνωστή από καιρό. Ιδίως μετά την αποτυχία στις προσπάθειες για αποξένωση της Eurolife, το γεγονός ότι η Τράπεζα Κύπρου θα χρειαζόταν στήριξη για να υλοποιήσει την υποχρέωσή της για το 9% στα βασικά ίδια κεφάλαια, πρέπει, λογικά, να ήταν αυτονόητη για όλους, συμπεριλαμβανομένης και της Κεντρικής Τράπεζας. Το εύρος του προβλήματος, όμως, ήταν τελικά μεγαλύτερο από ό,τι είχε εκτιμηθεί, λόγω της προσαρμογής στους υπολογισμούς του κουρέματος και των επισφαλειών που προέκυψαν.

Πάντως, θα πρέπει να σημειωθεί πως η στάση της Κεντρικής Τράπεζας, αλλά και της κυβέρνησης γενικότερα, προς το τραπεζικό σύστημα κινείται στα όρια της επιθετικότητας. Η δήλωση του Προέδρου στις Βρυξέλλες, πως το πρόβλημα της Κύπρου αφορά αποκλειστικά στις τράπεζες, κρίνεται ως πολύ απερίσκεπτη, αφού μεταφράζεται άμεσα σε πιέσεις στο τραπεζικό σύστημα, έξοδο κεφαλαίων και επιδείνωση της κατάστασης.

Σε τέτοιες περιπτώσεις, η στάση των εκάστοτε κυβερνήσεων εστιάζεται –καθηκόντως– στην ενίσχυση της εμπιστοσύνης και στη στήριξη της εικόνας των τραπεζών, με στόχο την αποφυγή μιας απότομης επιδείνωσης της κατάστασης μέσα από τη φυγή κεφαλαίων. Στην Κύπρο συμβαίνει το αντίθετο, με τις δημόσιες, επίσημες, δηλώσεις να δημιουργούν πιέσεις αντί να στηρίζουν το όλο σύστημα.

Έχει επίσης καταστεί σαφές τις τελευταίες ημέρες πως οι «πληροφορίες» για απομάκρυνση του Μ. Σαρρή από το Δ.Σ. της Λαϊκής ήταν μια πολιτική –και όχι εποπτική– απόφαση, με κυβερνητικούς κύκλους να «βάζουν χέρι» σε συγκεκριμένες αποφάσεις τραπεζικής φύσης. Τίθεται, δε, ακόμα και ζήτημα ηθικής τάξης, από τη στιγμή που εξωτερικές παρεμβάσεις επιχειρούν να επηρεάσουν αποφάσεις που δεν βασίζονται σε κριτήρια της αγοράς, αλλά σε αμιγώς πολιτικά κίνητρα.
Μάλιστα, η στάση που τηρούν θεσμοί του κράτους –συμπεριλαμβανομένου και του Προεδρικού– δεν είναι άσχετες και με το παρασκήνιο που παίχτηκε με την αποχώρηση Ορφανίδη από την Κεντρική Τράπεζα, αλλά και με τις «διεργασίες» για αλλαγή σκυτάλης στην Τράπεζα Κύπρου.

Σε κάθε περίπτωση, όμως, ουδείς διασώζεται από την κριτική. Τα λάθη που έχουν γίνει εντός της Τράπεζας Κύπρου –και παλαιότερα στη Λαϊκή– συνεχίζουν να δημιουργούν προβλήματα στο τραπεζικό σύστημα. Σήμερα, επιδεινώνουν το κλίμα κατά της ηγετικής πυραμίδας της Τράπεζας Κύπρου. Εν τω μεταξύ, άγνωστο είναι το βάθος του προβλήματος στο τραπεζικό σύστημα, με τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια –ιδίως στην Ελλάδα– να αποτελούν το μεγαλύτερο άγνωστο.

Αξίζει να σημειωθεί, πάντως, πως δεν τίθεται κανένα ζήτημα για την ασφάλεια των καταθέσεων στις κυπριακές τράπεζες, ιδίως μετά την ανακεφαλαιοποίηση μέσω κρατικής ενίσχυσης και EFSF.

One thought on “Οργιάζει το παρασκήνιο στην Τράπεζα Κύπρου

  1. Παράθεμα: Η παραίτηση Ηλιάδη από την Τράπεζα Κύπρου… « Η πελλάρα εν ΠΟΛΛΩΝ λογιών

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s