Πώς (δεν) μας σώζουν οι εξελίξεις στην ΕΕ

Πολλές ήταν οι ελπίδες της Κύπρου γύρω από τις εξελίξεις που συνεχίζονται σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Με την απόφαση για αγορά ομολόγων από την ΕΚΤ, εκτιμήθηκε αρχικά πως η Κύπρος θα αντιμετωπίζει χαμηλότερα επιτόκια από τις αγορές και έτσι θα μπορεί να δανειστεί. Με την Τραπεζική Ένωση, ήλπιζαν πολλοί πως ο έλεγχος, αλλά και η διάσωση μέσω Μηχανισμού Σταθερότητας, θα μπορούσε η Κύπρος να «ρίξει» τη διάσωση των τραπεζών εκτός κρατικού χρέους και να γλιτώσει, ενδεχομένως και το Μνημόνιο.

Αυτή η ελπίδα ενισχύθηκε με τις γνωστές δηλώσεις του Προέδρου της Επιτροπής αλλά και την απόφαση, την περασμένη εβδομάδα, του συνταγματικού δικαστηρίου της Καρλσρούης για τον Μηχανισμό Σταθερότητας.

Όλα δείχνουν, όμως, πως χωρίς Μνημόνιο και μέτρα, δεν μπορεί να υπάρξει σωτηρία για την Κύπρο.

Τραπεζική Ένωση και Μηχανισμός
Η παρουσίαση της πρότασης της Κομισιόν για την Τραπεζική Ένωση την περασμένη Τετάρτη, καθώς και η απόφαση του Συνταγματικού Δικαστηρίου στη Γερμανία για τη νομιμότητα του Μηχανισμού Σταθερότητας, έδωσαν την ελπίδα πως άνοιγε για την Κύπρο ένα παράθυρο για να αποφύγει, τουλάχιστον το βάρος της διάσωσης των τραπεζών ρίχνοντάς το στην Ε.Ε. και έτσι να περιορίσει τις ανάγκες στήριξης από τρίτους στα δημοσιονομικά προβλήματα. Πολλοί, μάλιστα, είκαζαν πως σε ένα τέτοιο σενάριο η Κύπρος θα μπορούσε να αποφύγει πλήρως τον Μηχανισμό, εάν λάμβανε ταυτόχρονα και διμερές δάνειο από τη Ρωσία.

Ωστόσο, οι εξελίξεις δεν δικαιολογούν μια τέτοια ελπίδα. Μπορεί μεν η νομική εξουσία να άνοιξε τον δρόμο στη Γερμανία για να προχωρήσει το ESM, και μπορεί, ακόμα, η πρόταση της Κομισιόν να κάνει λόγο για Κανονισμό που θα τεθεί σε ισχύ την 1.1.2013, αλλά οι εξελίξεις δεν δείχνουν ικανές να προλάβουν τις κυριότερες ανάγκες της Κύπρου.

Κι αυτό, διότι δεν πρέπει να αναμένεται, ρεαλιστικά, πως ο Κανονισμός για την Τραπεζική Ένωση θα είναι έτοιμος την πρώτη Ιανουαρίου, ενώ ακόμα κι αν τεθεί σε ισχύ, θα χρειαστεί χρόνος για να «υιοθετήσει» τις προβληματικές μας τράπεζες το νέο σώμα που θα δημιουργηθεί εντός της ΕΚΤ.

Πέρα από το γεγονός ότι κράτη-μέλη της Ε.Ε. που δεν είναι μέλη της Ευρωζώνης, αποτελούν ουσιαστικό εμπόδιο στην επίτευξη συμφωνίας στο Συμβούλιο (με πρώτο και μεγαλύτερο εμπόδιο όπως πάντα τη Μεγάλη Βρετανία), υπάρχει και η διαδικαστική πλευρά. Παρά τις «προκαταρτικές» συζητήσεις στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο σχετικά με την Τραπεζική Ένωση, το σχετικό νομοθέτημα για τον Κανονισμό που εισηγείται η Κομισιόν δεν μπορεί να αρχίσει πριν περάσει τουλάχιστον ο Σεπτέμβριος. Στη συνέχεια, η αρμόδια Επιτροπή θα αρχίσει τη συζήτηση, ενώ ταυτόχρονα θα αναμένει να της κατατεθούν σχετικές γνωμοδοτήσεις και από άλλες Επιτροπές. Στο μεσοδιάστημα, θα πρέπει οι διάφορες κομματικές ομάδες του Ευρωκοινοβουλίου να «τα βρουν» εσωτερικά, για να προχωρήσει η ψήφιση (με πολλές, όπως αναμένεται, τροπολογίες αλλά και εντάσεις) από την Επιτροπή. Όταν γίνουν αυτά, τον επόμενο μήνα θα μπορεί η Ολομέλεια του σώματος να συζητήσει και να ψηφίσει το θέμα.

Στην πιο αισιόδοξη περίπτωση, αυτό θα γίνει το νωρίτερο μέχρι τον Δεκέμβριο. Εάν και στο Συμβούλιο, οι 27 κυβερνήσεις τα βρουν παρά τις ενστάσεις διαφόρων κρατών όπως τη Μεγάλη Βρετανία μέχρι τον Δεκέμβριο (όπως θέλει η Μέρκελ), τότε θα πρέπει να επιτευχθεί συμφωνία μεταξύ Ευρωκοινοβουλίου και Συμβουλίου σχετικά με τις τροπολογίες που αποφάσισε το κάθε σώμα.

Στη συνέχεια, αναμένεται και κάποιο χρονικό διάστημα «προσαρμογής» κατά το οποίο η ΕΚΤ θα ετοιμάζει τους εσωτερικούς κανονισμούς του σώματος που θα δημιουργηθεί, ενώ διπλωματικές «διαφορές» για θέματα όπως η καταγωγή του προέδρου και του αντιπροέδρου αλλά και η συμμετοχή ή όχι ως παρατηρητές ή άλλο καθεστώς στο αρμόδιο συμβούλιο από κράτη εκτός της Ευρωζώνης, θα πρέπει να συμφωνηθούν.

Το μεγαλύτερο ερώτημα, πλέον, είναι κατά πόσον οι κυπριακές τράπεζες –και δη η Λαϊκή που δεν έχει, ούτε «στηρίγματα» αλλά ούτε και ρευστότητα– θα μπορούν να αντέξουν στον ορίζοντα μέχρι τον Μάρτιο, όταν και τοποθετείται η πιο αισιόδοξη εκτίμηση για τη λειτουργία της Τραπεζικής Ένωσης. Πάντως, Κύπρου και Λαϊκή θα εμπίπτουν από την αρχή στον έλεγχο του νέου σώματος και έτσι θα μπορούν να διασωθούν εκτός Μνημονίου.

Ωστόσο, δεν φαίνεται πως έχουμε μπροστά μας τόσο χρόνο που να μπορούμε να περιμένουμε την τελική υλοποίηση των όποιων αποφάσεων, χωρίς εν τω μεταξύ να διασωθούν οι τράπεζες. Εκτός, φυσικά, κι αν ληφθεί η απόφαση για κλείσιμο της Λαϊκής.

Αγορά ομολόγων
Εν τω μεταξύ, η πρόθεση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας για «χωρίς όριο» αγορά κρατικών ομολόγων από τη δευτερογενή αγορά, θέτει ενώπιον της Κύπρου και ένα άλλο ζήτημα. Παρά τις ελπίδες πως αυτή η κίνηση της ΕΚΤ θα μπορούσε να μεταφραστεί σε σημαντική ανακούφιση για το κυπριακό χρέος, δεν μπορεί να ισχύσει κάτι τέτοιο χωρίς τη λήψη μέτρων από πλευράς της Κύπρου. Κάτι τέτοιο συνεπάγεται, αναπόφευκτα, και την υπογραφή Μνημονίου με την Τρόικα.

Η αγορά ομολόγων, η οποία αποτελεί «παραδοσιακή» στρατηγική σε καιρό κρίσεων, είναι μια εκδοχή του «σφιξίματος της αρκούδας», όπως έχει αναφερθεί και παλαιότερα στην «Κ». Η στρατηγική αυτή, η οποία υιοθετήθηκε με μεγαλύτερη επιτυχία κατά τη διάρκεια της Ασιατικής κρίσης από την Τράπεζα της Ταϊλάνδης με σκοπό τη στήριξη του μπατ, είχε πάντοτε επιτυχίες, αλλά κάτω από προϋποθέσεις.

Στις άλλες κρίσεις των τελευταίων 20 χρόνων, το μεγαλύτερο πρόβλημα ήταν τα αποθέματα ξένου νομίσματος στις εθνικές τράπεζες, κι αυτό διότι τις πιο πολλές φορές το «σφίξιμο της αρκούδας» αφορούσε στη στήριξη του εθνικού νομίσματος και όχι του κρατικού χρέους.

Στόχος της στρατηγικής αυτής, είναι να εξασφαλίσει πως όσοι επενδυτές «ποντάρουν» με «σορταρίσματα» στη μείωση των τιμών των ομολόγων (ή της ισοτιμίας του νομίσματος), θα έχουν ζημιές. Κι αυτό διότι, με την απεριόριστη αγορά ομολόγων, η ΕΚΤ εξασφαλίζει πως οι αγορές που θα κάνει, θα αυξήσουν την τιμή στο μέλλον.

Γι’ αυτόν τον λόγο, όσοι πόνταραν στη μείωση των τιμών, έχουν πλέον κίνητρο να αγοράσουν σε αυξημένες τιμές για να μειώσουν τις ζημιές τους από το «σορτάρισμα». Με αυτές τις αγορές, οι «αρκούδες» (επενδυτές που αναμένουν μείωση των τιμών) αγοράζουν ομόλογα με αποτέλεσμα και οι ίδιοι να αυξάνουν την τιμή.

Κεντρικό ζήτημα στην όλη στρατηγική, είναι να πειστεί η αγορά πως, με τις αγορές από την ΕΚΤ, οι τιμές θα αυξηθούν στο μέλλον και έτσι να λειτουργήσουν αναλόγως, ποντάροντας κι αυτοί στην αύξηση των τιμών. Για να πειστούν, όμως, θα πρέπει να υπάρχουν κάποιες προϋποθέσεις. Σε παλαιότερες περιπτώσεις, όπως στην Ταϊλάνδη – ο σημαντικότερος περιορισμός στην αγορά του μπατ ήταν τα εθνικά αποθέματα ξένου νομίσματος, αλλά και οι πιστώσεις που έδιναν οι τράπεζες σε επενδυτές για να ποντάρουν στην πτώση του εθνικού νομίσματος (μπατ). Στη σημερινή κατάσταση, η ΕΚΤ έχει τον σημαντικό περιορισμό ότι δεν μπορεί να επιτρέψει συνεχή αύξηση της προσφοράς χρήματος, κάτι που συμβαίνει όταν η ΕΚΤ «ρίχνει λεφτά» στην αγορά αγοράζοντας ομόλογα. Με την αύξηση της προσφοράς χρήματος, αυξάνεται και ο πληθωρισμός, ο περιορισμός του οποίου αποτελεί κεντρικό στοιχείο των όρων εντολής της ΕΚΤ.

Έτσι, η ΕΚΤ θα «αποστειρώσει» την αγορά ομολόγων, μειώνοντας την ονομαστική προσφορά χρήματος κατά ένα ποσό περίπου ίσο με το ποσό που θα δαπανήσει για την αγορά ομολόγων.

Για να μπορεί, όμως, να συνεχιστεί αυτή η στρατηγική από την ΕΚΤ, θα πρέπει και οι επενδυτές να πειστούν πως, εκτός από τις αγορές της ΕΚΤ, οι οποίες δεν είναι απεριόριστες στην πραγματικότητα, θα ισχύουν και επιπλέον προϋποθέσεις που θα αυξήσουν τις τιμές των ομολόγων (μειώνοντας τα επιτόκια) αλλά, επίσης, θα συγκρατήσουν στη συνέχεια τις τιμές στα υψηλότερα επίπεδα.

Σε αντίθετη περίπτωση, οι επενδυτές, αναμένοντας μελλοντική πτώση των τιμών όταν θα έχουν ολοκληρωθεί οι αγορές ομολόγων από την ΕΚΤ, θα ποντάρουν εκ νέου υπέρ της πτώσης των τιμών (θα σορτάρουν) με αποτέλεσμα η στρατηγική αυτή της ΕΚΤ να αποτύχει.

Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο και είναι εξαιρετικά σημαντικό οι χώρες των οποίων τα ομόλογα αγοράζονται από την ΕΚΤ να επιδείξουν πως είναι σε θέση να διατηρήσουν ψηλά τις τιμές ομολόγων και αντίστοιχα, χαμηλά τα επιτόκια. Για να γίνει κάτι τέτοιο, θα πρέπει να δείξουν πως λαμβάνουν μέτρα διόρθωσης και εξυγίανσης με αποτέλεσμα να είναι πλέον αξιόχρεες και ισχυρές σε ένα ορίζοντα 24 με 48 μηνών.

Η ΕΚΤ ζητά –και με την επιμονή των Γερμανών– να ληφθούν ουσιαστικά μέτρα από τα κράτη των οποίων ομόλογα θα αγοράσει για δύο ουσιαστικούς λόγους: Πρώτο, χωρίς μέτρα το «σφίξιμο της αρκούδας» πιθανότατα θα αποτύχει, και δεύτερο ακόμα κι αν επιτύχει, η επιτυχία θα είναι προσωρινή. Έτσι, και η Κύπρος καλείται να παρουσιάσει πλέον τη συμφωνία της με την Τρόικα όσον αφορά στο Μνημόνιο, για να μπορεί να επωφεληθεί από τις κινήσεις της Τρόικας.

3 thoughts on “Πώς (δεν) μας σώζουν οι εξελίξεις στην ΕΕ

  1. αν δεν κάμνω λάθος για αγορά ομολόγων από την ΕΚΤ τα ομόλογα του κράτοςυ πρέπει να είναι στις αγορές δηλαδή να μην είναι junkόπως της κύπρου.

    δηλαδή το μέτρο τούτο δεν αφορά την Κύπρο. προς το παρόν

    σωστά?

  2. Πολύ ενδιαφέρον ως συνήθως! Το μοιράζομαι και με τους φίλους μου τους ΑΚΕΛικούς, μπας και καταλάβουν 2-3 πράγματα🙂

    Λες για τη Λαϊκή και τον Μάρτη. Τώρα τι γίνεται όμως με τη Λαϊκή; Έχει τώρα το κράτος ως μεγαλομέτοχο, ο οποίος όμως της χρωστά αυτά τα ριάλια, αφού στην πράξη δεν έχει μπει μέσα ούτε σεντ. Αν η κυβέρνηση πάρει σε κάποιο στάδιο αυτά τα λεφτά, δεν θα σημαίνει αυτό και αυτόματη βελτίωση της ρευστότητας της;

    • Όχι. Θα μπορεί να υλοποιηθεί η ενίσχυση κεφαλαίου με τα 1.8 δισ. αλλά αυτό είναι μάλλον θεωρητικό. Η ρευστότητα είναι πλην κατά σχεδόν 10 δισ. κι εκεί είναι το πρόβλημα….

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s