Τα γόνατα του Βίτωνα (και η Τρόικα)

Πρέπει να σταματήσει ο πολιτικός λόγος με το στένσιλ.

Για 3.000 χρόνια, η αιγυπτιακή τέχνη παρέμεινε η ίδια: Συμμετρική, λογική, σε πλήρη τάξη και αυστηρά πιστή στους κανόνες. Οι άνθρωποι παρουσιάζονταν σαν να τους βλέπεις από το πλευρό, ενώ οι λίμνες σε κάτοψη. Μέσα στα νερά, τα ψάρια παρουσιάζονται κι αυτά σε προφίλ. «Τα πάντα καταγράφονται από την πιο χαρακτηριστική τους πλευρά», σχολιάζει ο Gombrich, που είναι, ομολογώ, η μοναδική σοβαρή μου επαφή με τα βασικά της θεωρίας της τέχνης. Στα μυστήρια προφίλ ανάγλυφα των πυραμίδων οι μορφές είναι περίεργες. Ενώ το σώμα παρουσιάζεται από το πλευρό, τα μάτια είναι πλήρη αμυγδαλωτά λες και τα βλέπεις από μπροστά, οι ώμοι απεικονίζονται ανφάς και τα πόδια είναι και τα δύο αριστερά.

Δεν ζωγράφιζαν αυτό που έβλεπαν, αλλά αυτό που «θα έπρεπε να είναι εκεί». Ήταν αποστειρωμένες απεικονίσεις με τυποποιημένα ζώα, Θεούς, αντικείμενα και ανθρώπους.
 
Και μετά κάτι συνέβη. Διαβάζω πως η μεγάλη αλλαγή ήρθε στην Αττική όπου για μερικούς αιώνες και εκεί οι γλύπτες και λοιποί καλλιτέχνες απεικόνιζαν «σωστά» ανθρώπους, ζώα και αντικείμενα όπως τα μάθαιναν από τους δάσκαλούς τους.

Και μετά κάποιος έκανε τον πρώτο Κούρο. Αυτό που εντυπωσιάζει τους αναλυτές είναι κάτι άλλο. Κοιτάζουν τα γόνατα των κούρων και αντιλαμβάνονται κάτι πολύ σημαντικό. Για πρώτη φορά, λένε οι αναλυτές,  ο καλλιτέχνης αντί να απεικονίζει «σωστά» τον τύπο του σώματος, το απεικονίζει ρεαλιστικά. «Για πρώτη φορά κοιτάζει και βλέπει».

Κι αυτό, για πολλούς, ήταν η πιο σημαντική εξέλιξη στην Ιστορία της Τέχνης, εκείνη που κατέστησε τελικά δυνατή την όλη εξέλιξη από τότε και μετά. Από τον Μποτιτσέλι στον Λούσιεν Φρόιντ, όλα άρχισαν από ένα γλυπτό του 580 π.Χ. που έδειχνε –κάπως ανεπιτυχώς– τα γόνατα των δύστυχων αδελφών, του Βίτωνα και του Κλέοβι. Τα αγάλματα του Πολυμήδη δεν ήταν κάτι το μεγαλοπρεπές, απλώς ένα μνημείο για δύο καημένους αδελφούς που τους σκότωσε η μάνα και ερωμένη τους, η ιέρεια της Ήρας, Κυδίππη, όταν της είπαν πως θα την εγκατέλειπαν για να γίνουν παλαιστές στην Αθήνα, σύμφωνα με έναν απ’ τους μύθους που τους συνοδεύουν.

Κοίτα με καλά…

Κάπου, φυσικά, το πράμα χάλασε, μου φαίνεται, με την ελληνική τέχνη να εγκλωβίζεται κι αυτή με τη σειρά της στην απεικόνιση του ιδεατού. Αλλά το ενδιαφέρον εδώ είναι άλλο.

Η μεγάλη στιγμή στην τέχνη καταγράφεται, όταν οι καλλιτέχνες εγκατέλειψαν τους τύπους και άρχισαν «να βλέπουν» το αντικείμενό τους. Είναι μεγάλη υπόθεση. Ένα άλμα που από το οποίο έχουμε –ακόμα και σήμερα– πολλά να μάθουμε.
Η συγκυρία είναι κάτι παραπάνω από δύσκολη. Έχουμε μπροστά μας τουλάχιστον τρία με τέσσερα δύσκολα χρόνια κατά τα οποία θα πρέπει να μάθουμε πώς να εγκαταλείψουμε ανέσεις (εισοδηματικές, φορολογικές, επαγγελματικές) με τις οποίες όλοι μας κακομάθαμε τα τελευταία χρόνια. Αλλά αν κάνουμε κι εμείς το άλμα που έκαναν οι καλλιτέχνες της Αττικής, και «δούμε» αντί να αντιγράφουμε (λες και μιλάμε με το στένσιλ), τότε μπορεί να εμφανιστεί κάτι πολύ διαφορετικό μπροστά μας.

Ο στόχος πρέπει να είναι πώς να φτάσουμε σε μια οικονομική και κοινωνική άνεση μεγαλύτερη από τη σημερινή, αλλά και βιώσιμη, χωρίς αρπαχτές και βολέματα.

Για να γίνει κάτι τέτοιο, θα πρέπει πολλοί ανάμεσά μας να εγκαταλείψουν τα κολλήματα με τους τύπους. Όταν λένε «εργαζόμενοι», ακούμε «προνομιούχοι». Όταν λένε «κεκτημένα», ακούμε «προνόμια». Εν τω μεταξύ, οι πραγματικά αδύνατοι εργαζόμενοι με τα ελάχιστα κεκτημένα τους, παραμένουν στο περιθώριο και δεν εκπροσωπούνται από κανένα.

Ακούμε, ακόμα, για «έχοντες και κατέχοντες», μια φράση αγαπητή σε προνομιούχους που βολεύτηκαν οι ίδιοι μια χαρά, την ώρα που η μεσαία τάξη –οι εργοδότες του 99,3% των υπαλλήλων στην Κύπρο– ασθμαίνουν να επιβιώσουν.

Το μεγαλύτερο άλμα, μπροστά στην Τρόικα και τις ανάγκες μας, θα ήταν «να δούμε» αυτό που συμβαίνει γύρω μας. Ενώ οι τραπεζίτες ορθό θα ήταν να τιμωρηθούν, οι ίδιες οι τράπεζες είναι απαραίτητες και το χρηματοπιστωτικό σύστημα χρειάζεται στήριξη, όχι πόλεμο, για το δικό μας καλό. Ενώ τα χαμηλά εισοδηματικά στρώματα χρειάζονται στήριξη για να βρουν δουλειές με αξιοπρεπή εισοδήματα, εγκλωβιζόμαστε στη λογική του «έλα 200 ευρώ να περάσεις», λες και έτσι θα εξασφαλίσουν τα παιδιά τους και τα γεράματά τους. Κι αυτό, αντί για στήριξη. 

Το μεγαλύτερο άλμα είναι να φύγουμε από τις περίεργες μορφές που θυμίζουν μούμιες και να μπούμε σε μια πιο ζωντανή συζήτηση για το τι θέλουμε. Να σταματήσει ο πολιτικός διάλογος με στένσιλ και να αρχίσει ο αληθινός διάλογος με βάση το τι συμβαίνει γύρω μας στην κοινωνία και την οικονομία.

Αν ξεφύγουμε από την καταθλιπτικά στείρα λογική των επιχειρημάτων που ακούμε τις τελευταίες ημέρες, ίσως να υπάρχει ελπίδα – αν όχι για εμάς, τουλάχιστον για εκείνους που θα αφήσουμε πίσω μας. Αλλιώς, μου φαίνεται, θα μείνουμε εγκλωβισμένοι σε προνόμια των λίγων, στο ενδημικό ρουσφέτι και στην αδιαφάνεια των οικονομικών των κομμάτων (από όπου αρχίζουν όλα).

Ας μιλήσει κάποιος – όχι για τη φοροδιαφυγή, αλλά πώς θα την πατάξουμε.  Όχι για την παράνομη εργασία, αλλά πώς θα την αντιμετωπίσουμε. Ακόμα, ας μιλήσουμε για την αναθεώρηση της ΕΔΥ αντί για το ρουσφέτι, και την αναδιάρθρωση των ημικρατικών, αντί για τα χρήματά τους.
Κι επιπλέον, για τους Δήμους που ώς πέρσι αυξάνονταν, για το κτηματολόγιο που παραπαίει και για το ΓεΣΥ που έμεινε σε εκείνο το ψέμα, ότι «προχωρά».

Αλλά η προεκλογική παγιδεύτηκε ήδη στην πόλωση από τους δύο και σε αερολογίες από τον τρίτο.

Επίσης, πρέπει να εκπονηθεί ΜΔΠ. Και το γκάζι μακριά από τους πολιτικούς.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s