To Keynes, or not to Keynes…

Υπήρχε λόγος που επέμενε ο Κέινς πως «μακροπρόθεσμα θα είμαστε όλοι νεκροί». Η Μεγάλη Ύφεση, και η καταστροφική πολιτική του Χούβερ στις ΗΠΑ, την «πατρίδα» της κρίσης του ’30, έδειχναν πως μέχρι να έρθει ισορροπία θα περνούσαν πολλά χρόνια.
 
Η συνολική ζήτηση ήταν ανεπαρκής. Οι ΗΠΑ ήταν γεμάτες από εργοστάσια που εργάζονταν μερικές ημέρες την εβδομάδα, αφού δεν υπήρχε κανένας να αγοράσει τα προϊόντα τους. Τα επιτόκια ήταν μηδενικά και η οικονομία βρισκόταν σε μια παγίδα ρευστότητας. Το κράτος δανειζόταν βραχυπρόθεσμα με γραμμάτια από το εξωτερικό με 0,75%.

Ισχύει, αλλά άλλως πως…

Επιπλέον, οι ΗΠΑ είχαν μπόλικη ρευστότητα, ενώ η δομή της οικονομίας, με τις δικές της πρώτες ύλες, εσωτερική βιομηχανική παραγωγή και υψηλή ανεργία δημιουργούσε ένα μεγάλο πολλαπλασιαστή για το κάθε δολάριο που θα έριχνε το κράτος στο παζάρι. Τα στοιχεία ενεργητικού –γη, μετοχές, μηχανήματα– έχαναν την αξία τους, ενώ τα χρέη και οι τιμές αυξάνονταν. «Το χρέος αποπληθωριζόταν», όπως είπε ο Φίσερ.

 

Μεγάλες περιοχές όπως ήταν αναξιοποίητες, αφού δεν είχαν νερό και ρεύμα.

 

Η πολιτική του Ρούσβελτ, «κεϊνσιανή» χωρίς να το ξέρει καν ο ίδιος, τόνωσε τη ζήτηση κι έβαλε τη χώρα σε πορεία ανάκαμψης, αν και αυτή δεν ολοκληρώθηκε μέχρι τον β΄ παγκόσμιο πόλεμο. Κάπως έτσι η κεϊνσιανή πολιτική έγινε «ορθοδοξία» για πολλά χρόνια, κι όχι άδικα.

 

Οι οικονομολόγοι έχουν όμως ένα αστείο: Αν ρωτήσεις δέκα οικονομολόγους, θα λάβεις 11 απαντήσεις. Μία από τον καθένα και δύο από τον Κέινς. Όπως και σε όλες τις θεωρίες, και σε όλα τα μοντέλα που εσχάτως έγιναν ευαγγέλιο το ένα μετά το άλλο, και η κεϊνσιανή λογική βασίζεται σε μία σειρά από βασικές παραδοχές.

 

Το μοντέλο του Κέινς δείχνει πως με την αύξηση των κρατικών δαπανών, αυξάνεται το ΑΕΠ, αλλά και τα επιτόκια. Αντίθετα, η νομισματική πολιτική μειώνει τα επιτόκια την ώρα που αυξάνει επίσης το ΑΕΠ. Όχι, όμως, πάντα.

 

Η Κύπρος όμως, είναι σήμερα είναι ένας εντελώς διαφορετικός «οργανισμός» από εκείνον των ΗΠΑ του 1930. Πρώτο, το πρόβλημα δεν είναι η συνολική ζήτηση, αλλά εντελώς διαφορετικές παθογένειες. Δεν φαίνεται να υπάρχει σοβαρό πρόβλημα υπερπροσφοράς– αντίθετα, η παραγωγική δυναμική μειώνεται όσο και η ζήτηση.

 

Δεύτερο, η Κύπρος δεν βρίσκεται εντελώς σε παγίδα ρευστότητας. Πολλές επιχειρήσεις αναζητούν απεγνωσμένα δάνεια και χορηγήσεις, ακόμα και για επενδυτικές-επεκτατικές κινήσεις, παρά τα υψηλά επιτόκια.

 

Τρίτο, το κράτος δεν μπορεί πλέον να δανειστεί παρά από την εγχώρια αγορά, όπου έλειψε η ρευστότητα. Τα επιτόκια πιέζονται προς τα πάνω και παρατηρείται σοβαρή αραίωση. Με επιτόκια άνω του 4,5% στον βραχυπρόθεσμο δανεισμό, το κράτος φορτώνεται σοβαρά κόστη εξυπηρέτησης. Αυτό το σημείο είναι ιδιαίτερα σημαντικό. Οι κυβερνητικές δαπάνες γίνονται μόνο με μεγάλο κόστος και σε βάρος της ρευστότητας της οικονομίας, αφού η κυβέρνηση δεν μπορεί να δανειστεί στο εξωτερικό.

Ναι αλλά δεν κλώθει πάντα το ίδιο…

Έτσι, οι κρατικές δαπάνες οδηγούν την κεϊνσιανή ανάλυση να συμπεριφερθεί «περίεργα», πιέζοντας το ΑΕΠ αντί να το αυξήσουν. (Για τους σπασίκλες, η καμπύλη IS μετακινείται τελικά ελαφρώς στα αριστερά αντί στα δεξιά, επειδή οι δαπάνες συνεπάγονται υψηλότερους φόρους και δημιουργούν αρνητικές προσδοκίες. Την ίδια ώρα, μετακινείται ακόμα και η LM στα αριστερά, αφού στην πολύ «ειδική» περίπτωση της Κύπρου, οι κρατικές δαπάνες «μοιάζουν» με μείωση της προσφοράς χρήματος).

 

Όλα αυτά είναι ορατά. Σε μεγαλύτερο από τον αναμενόμενο βαθμό, τα νοικοκυριά αυξάνουν όσο μπορούν τις αποταμιεύσεις τους και μειώνουν την κατανάλωση. Η μείωση του διαθέσιμου εισοδήματος, με την αύξηση στους φόρους και την προσδοκία για νέες αυξήσεις, ανεργία και ύφεση, τα οδηγεί σε περαιτέρω «σφίξιμο».

 

Εν τω μεταξύ, μία τέταρτη ουσιαστική διαφορά είναι πως σε μεγαλύτερο βαθμό από τον «φυσιολογικό», η νησιώτική ανοικτή οικονομία της Κύπρου προσφέρει υπηρεσίες σε ξένους και καταναλώνει ελάχιστα προϊόντα που η ίδια παράγει, στρεφόμενη αναγκαστικά στις εισαγωγές. Έτσι, ο κεϊνσιανός πολλαπλασιαστής είναι σχετικά μικρός για τις κρατικές δαπάνες, την ώρα που η υφεσιακή πίεση που ασκούν οι κρατικές δαπάνες είναι μεγάλη.

 

Τέλος, σε αντίθεση με τόνωση της οικονομίας με έργα όπως το φράγμα Χούβερ που έφερε νερό και ρεύμα σε Νεβάδα, Αριζόνα και πολλά μέρη της Καλιφόρνιας, η Κύπρος πρέπει να προσέξει ποιες δαπάνες είναι «αναπτυξιακές» και ποιες είναι απλώς δαπάνες. (Ο Κέινς θα έλεγε πως κι αυτά είναι «τόνωση», αλλά με φτηνό, εξωτερικό δανεισμό, μεγάλο πολλαπλασιαστή και πολλούς πόρους στην εγχώρια αγορά.)
 
Όλα αυτά θα πρέπει να τα λάβει κανείς υπόψη όταν σκέφτεται τι πρέπει να γίνει για την οικονομία. Στους υπολογισμούς της κυβέρνησης και των κομμάτων, δεν βλέπουμε καμία ανάλυση, ούτε καν την απλοϊκή αυτού του άρθρου.

 

Αν και ήδη κάπως αργά, η συζήτηση για τις περικοπές, για την προοπτική ανάπτυξης, για τους φόρους, για τον 13ο μισθό, ακόμα και για τις μεταρρυθμίσεις θα πρέπει να κινηθεί σε ένα τέτοιο πλαίσιο, κοιτάζοντας μακροσκοπικά τι επιπτώσεις θα έχει στην οικονομία η κάθε κίνηση. Μόνο έτσι μπορεί να αποφευχθεί (όσο γίνεται) ο πιο ισχυρός νόμος των οικονομικών –εκείνος των απροσδόκητων συνεπειών– και να εκτιμηθεί σωστά τι επίπτωση θα έχει η κάθε κίνηση στους εργαζομένους και την κοινωνία γενικότερα.

 

Για τους ίδιους λόγους, πρέπει να προχωρήσει το ΓεΣΥ και να εκπονηθεί ΜΔΠ. Και τα λεφτά από το γκάζι μακριά από τους πολιτικούς. Όλους.

 

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s