Πέντε διαπιστώσεις για τις τράπεζες…

Τελικά δεν ήταν καθόλου όσο «καλές» όσο νομίζαμε. (Κι εδώ, ένα δικό μου mea culpa.)

Ερχόμενος στην Κύπρο από το εξωτερικό είχα μια οικονομική άνεση. Ήταν (οικονομικά μιλώντας), οι ωραίοι καιροί, που έχουν πια περάσει. Είχα μόλις αφήσει μια δουλειά με καλά λεφτά, δεν είχα ιδιαίτερες δαπάνες και ήμουν νέος και (ας πούμε) ωραίος. Αποφάσισα λοιπόν να αγοράσω αυτοκίνητο. Στην αναζήτηση, βρήκα ένα όχημα που μου άρεσε, καινούριο, και σε ειδική προσφορά από τους εισαγωγείς.

λεφταΠαρόλο ότι ήταν τότε οι παχιές αγελάδες, όμως, χρειαζόμουν μια στήριξη ίση με τρεις μισθούς μου για να προλάβω την ειδική προσφορά. Έτσι, έκρινα πως αν πήγαινα στην τράπεζα –κοινό Κυπρίων, σου λέει- και ζητούσα τρία μηνιάτικα, θα μου τα έδιναν εύκολα.

Αμέσως ήταν θετικοί. Με επιτόκιο 9.7%.

Με 9.7%.

Σχεδόν 10%, σε ένα έτος με πληθωρισμό 2% και κάτι. Κοιτάξτε τί γίνεται: Ένας νέος, χωρίς ούτε και ένα δάνειο, με καθαρά εισοδήματα αρκετά καλά (τότε), με οικονομική άνεση, χωρίς γυναίκα, παιδιά, ούτε καν σκύλο, ζητά τρία μηνιάτικα. Το θέλεις να έρθει στην τράπεζά σου. Είναι ακόμα στις αρχές του, αλλά φαίνεται καλός πελάτης.

Εξάλλου, θα χρειαστεί κάποια στιγμή στα επόμενα μερικά χρόνια, κι ένα οικιστικό, αν όχι και παραπάνω. Και τί του λες; Του λες 9.7%.

Μετά από λίγο καιρό, ξεπέρασα το γεγονός ότι το επιτόκιο είναι προσβλητικό. Δηλαδή, ένα τέτοιο προφίλ έχει τόσο μεγάλη επισφάλεια; Αν δεν είχα δουλειά; Αν είχα χαμηλότερα εισοδήματα; Αν ήμουν τότε παντρεμένος; Τότε, τι; Θα είχα επιτόκιο 13%; 14%; 15%;

Η πρώτη απάντηση που πήρα, ήταν να δω τί δίνουν οι άλλοι και να του πω. Τσιάκκος δηλαδή ο τραπεζίτης. Είδα, λοιπόν τι προσφέρουν οι άλλοι, και πήρα την πελατεία μου κοντά τους, κάτι που θα μου ήταν αδύνατο αν είχα δάνεια ή δεν ήμουν εργένης.

Η δεύτερη απάντηση, όμως, ήταν τελικά η πιο βασανιστική: «Έτσι μου βγάζει το σύστημα».

Πιο απλά, η μεγαλύτερη τράπεζα του τόπου, δεν έχει στελέχη του μέσου της πυραμίδας που να είναι ικανά να κρίνουν από μόνα τους. Και, αντί να κρίνουν και να ελέγχονται, κατευθύνονται από ένα λογισμικό στο οποίο βάζεις ποσά και ημερομηνίες και σου βγάζει επιτόκιο και έγκριση.

Το συμπέρασμα είναι πως το μέσο της πυραμίδας ήταν μάλλον αχρείαστες προσλήψεις: Ένα λογισμικό θα μπορούσε να κάνει μια χαρά ένα μεγάλο μέρος της δουλειάς τους.

Διερωτάται κανείς αν η τράπεζα θα έπρεπε να είχε αφήσει τον τραπεζίτη της να ασκήσει την κρίση του για να ψαρέψει πελάτη και στη συνέχεια να ασκήσει ελέγχους για τις αποφάσεις του. Αντί αυτής της λογικής προσέγγισης, το μεγαλύτερο πιστωτικό ίδρυμα του τόπου βασιζόταν σε άκαμπτους κανόνες.

Διαπίστωση πρώτη: Η διοίκηση στην μεγαλύτερή μας τράπεζα (και, όμως έμαθα μετά, και σε πολλές άλλες) λειτουργούσε λες και τα στελέχη της ήταν βλάκες και ανίκανοι. Δεν λέω να μην τους ελέγχει –αντιθέτως, το πρόβλημα ήταν μάλλον η αδυναμία ελέγχου.

Εν τω μεταξύ, για να μου μειώσει το επιτόκιο στο 8% και κάτι, ήθελε να βάλω κάτω χωράφι…

Διαπίστωση δεύτερη: Οι τράπεζες γνωρίζουν λιγότερα από τον μέσο πρωτοετή των οικονομικών. Εκτός από το ότι οι λειτουργοί ήταν (κατά την διοίκηση) ανίκανοι, έδιναν δάνεια, όχι με βάση τις μελλοντικές καθαρές αποταμιεύσεις του πελάτη, αλλά με βάση στοιχεία ενεργητικού των οποίων η αξία ήταν φουσκωμένη. Το δάνειο δεν είναι τίποτε άλλο από την μεταφορά της μελλοντικής κατανάλωσης του δανειζόμενου, από το μέλλον στο παρόν. Αυτό το ξέρει ο κάθε πρωτοετής των οικονομικών, όχι όμως και οι τράπεζές μας, που δεν νοιάζονταν για τα μελλοντικά εισοδήματα, αλλά για στοιχεία ενεργητικού.

Διαπίστωση τρίτη: Τα επιτόκια δεν αντικατόπτριζαν το ρίσκο. Αντί, δηλαδή, η τράπεζα, να διαχειρίζεται ένα δανειζόμενο με βάση το πόσο “επικίνδυνο” είναι το δάνειο που θα του δώσει, λειτουργούσε με βάση το πόσα θα εισπράξει.

Διαπίστωση τέταρτη:  Τα δάνεια δίνονταν με βάση την στρατηγική των τριών «ου». Αν θεωρούσαν τον πελάτη τόσο επισφαλή που να δικαιολογείται, το 2008, ένα επιτόκιο ύψους σχεδόν 10%, τότε δεν έπρεπε καν να δώσουν ένα τέτοιο δάνειο. Αλλά το έδωσαν αμέσως, χωρίς δεύτερη σκέψη. Και, τελικά, το ύψος των επισφαλών δανείων όπως προκύπτουν σήμερα, είναι μάλλον δικαιολογημένο με βάση αυτή την προσέγγιση.

Διαπίστωση πέμπτη: Τελικά οι τράπεζές μας δεν ήταν και τόσο καλές όσο νομίζαμε. Αν λειτουργούσαν με αυτή την λογική, δεν ήταν δυνατόν να επιβιώσουν για πάντα. Πολλοί (και ο γράφων) νομίζαμε κάποια στιγμή πως ήταν προσεκτικές, πως ήταν συντηρητικές και έξυπνες και μετρημένες. Γιατί δεν πήραμε αυτά τα μαθήματα από την πρώτη μας επαφή με τις κυπριακές τράπεζες, αυτό είναι ένα σημαντικό ερώτημα που πρέπει να μας προβληματίζει.

Αλλά, όπως φάνηκε, πέρα από τα ομόλογα, από την έκθεση στο εξωτερικό και τις διάφορες λαμογιολογικές αποφάσεις, το πρόβλημα των τραπεζών είναι πολύ γενικότερο: Δεν είναι σε θέση να λειτουργήσουν με ορθόδοξο τρόπο. Μάλλον οι αλλαγές που τους επιβάλλονται είναι πολύ χρήσιμες. Η αναδιάρθρωσή τους –που θα αυξήσει σημαντικά την ανεργία στην Κύπρο- φαίνεται πως αποτελεί τον δύσκολο (αλλά αναγκαίο) τρόπο για να λυθεί και αυτό το πρόβλημα.

Επίσης, πρέπει να προχωρήσει το ΓεΣΥ και να εκπονηθεί ΜΔΠ. Και κάτω τα χέρια των πολιτικών από το φυσικό αέριο.

Από το περιοδικό ΜΑΝ

One thought on “Πέντε διαπιστώσεις για τις τράπεζες…

  1. Παράθεμα: Stephanis και κρίση: τίποτε δεν είναι τυχαίο | Η πελλάρα εν ΠΟΛΛΩΝ λογιών

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s