Οι Λεγεώνες και οι βοσκοί των χοίρων

Όταν ο Χριστός έφτασε στη γη των Γαδαρινών, απέναντι από τη Γαλιλαία, τον προσέγγισε ο δαιμονισμένος ζητώντας του να τον γλυτώσει. Από χρόνια βασανιζόταν από τους δαίμονες που τον είχαν καταλάβει και ούτε ρούχα μπορούσε να φορέσει, ούτε σε σπίτι να μείνει – ζούσε μέσα στους τάφους, ένα χώρο ιδιαίτερα μιαρό για τους Εβραίους.

Μάλιστα, ήταν τόσο πολλοί οι δαίμονες που τον κυρίευαν, που όταν ο Χριστός ρώτησε το όνομά τους, αυτοί συστήθηκαν ως «Λεγεώνες». Το θαύμα είναι καλά γνωστό: Οι δαίμονες, αναγνωρίζοντας τον Χριστό, του ζήτησαν να μην τους βασανίσει, κι αυτός τους επέτρεψε να μπουν σε ένα κοπάδι χοίρων και να πέσουν στη θάλασσα να πνιγούν. Ο κόσμος έμαθε για το θαύμα από τους βοσκούς των χοίρων.

Μισό λεπτό…

Με τους βοσκούς των χοίρων, τι γίνεται; Ποιοι είναι αυτοί οι βοσκοί των χοίρων; Τι άτομα είναι; Είχαν οικογένεια και παιδιά; Είχαν χρέη; Οι φοροσυλλέκτες των Ρωμαίων και οι δεσποτάδες (Φαρισαίοι και λοιποί) πόσο τους πατούσαν στον λαιμό; Τι άτομα ήταν, τέλος πάντων, αυτοί οι βοσκοί των χοίρων;

Πάντως, δεν είναι θεολογικό το ερώτημα. Εξάλλου, εξ ορισμού έκαναν κάτι το μιαρό, κάτι ακάθαρτο με το να βόσκουν χοίρους και ενδεχομένως μια απάντηση να είναι πως γι’ αυτό τους άξιζε να τα χάσουν όλα.

Αλλά τίθεται το ερώτημα τι είδους δικαιοσύνη είναι κι αυτή. Τα παιδιά τους κι οι γυναίκες τους, ας πούμε, αν τους πίεζαν να εγκαταλείψουν τη δουλειά τους που ήταν μεταφυσικά ακάθαρτη, αυτοί τι φταίνε και πείνασαν για να πεθάνουν οι δαίμονες; Μάλιστα, σκεφτείτε πως, μεταξύ του μεροκάματου των βοσκών αυτών, και της έκκλησης των δαιμόνων να μην τους βασανίσει ο Χριστός, αυτός επέλεξε το δεύτερο.

Δεν το θέτω ως αμφισβήτηση του θείου, ή ως άρνηση του Ευαγγελίου. Κάθε άλλο. Ο προβληματισμός είναι κοινωνικός, όχι θεολογικός ή θρησκειολογικός. Οι βοσκοί των χοίρων, μπορεί να πει κανείς, γλύτωσαν τα χειρότερα, αφού αναγκάστηκαν, με το κακό που έπαθαν, να εγκαταλείψουν το αμαρτωλό τους επάγγελμα. Ίσως, ακόμα, να εξασφάλισαν και τη Σωτηρία τους με το κακό που τους βρήκε.

Τέτοιοι προβληματισμοί μπορούν τα τεθούν πολλές φορές μπροστά στην «ιστορία» που λέει το Ευαγγέλιο, πάντα όμως με μια κοσμική διάθεση, όχι σε σχέση με τη Σωτηρία της ψυχής, αλλά σε σχέση με τους καθημερινούς προβληματισμούς και ανάγκες των ανθρώπων. Και, δυστυχώς, η ερμηνεία του κειμένου (ως κείμενο) σε σχέση με τους καθημερινούς, απτούς προβληματισμούς των πιστών, είναι ένα σημείο όπου η επίσημη Εκκλησία παραμένει εκκωφαντικά σιωπηλή και αμήχανη.

Τέτοιοι προβληματισμοί, όπως το ποιοι είναι τελικά αυτοί οι βοσκοί των χοίρων, μπορούν να τεθούν μπροστά σε μια πολύ μεγάλη λίστα από γεγονότα της Καινής Διαθήκης, όχι μόνο της Παλαιάς: Πόσο «σωστό» θα ήταν για έναν Απόστολο να αφήσει άθαφτο τον νεκρό του πατέρα και να φύγει; Ήταν ανάγκη να είναι τόσο αιματηρός ο δρόμος της Εξόδου;

Πιο μπροστά από τις μυστήριες προθέσεις του Θεού, υπάρχει και μια κοσμική ανάγνωση που μπορεί να μας πάρει κάπου αλλού: Όταν φεύγει κανείς από το αμιγώς προσωπικό, όταν γενικότερες, μεγαλύτερες έννοιες τίθενται μπροστά μας, όταν το διακύβευμα είναι πολύ πιο βαθύ από μια προσωρινή δυσκολία ή θλίψη, τότε τα πράγματα περιπλέκονται. Εύκολες λύσεις δεν υπάρχουν.

Πολύ σωστά είχε πpigsει ο Μαξ Βέμπερ, λίγο μετά τις Βερσαλλίες, πως όποιος ενδιαφέρεται για τη σωτηρία της ψυχής του, πρέπει να μείνει μακριά από τα κοινά. Ο Ράινχολντ Νίμπερ, με τον ηθικό του ρεαλισμό και τη βαθειά του θεολογική γνώση, επέμενε πως η τάξη στην κοινωνία βασίζεται αναπόφευκτα στην άσκηση βίας και πως, ενώ το άτομο μπορεί να θεωθεί, η κοινωνία στο σύνολό της δεν μπορεί παρά να είναι «αμαρτωλή».

Ακόμα και στους καλούς καιρούς, δεν μπορεί η κοινωνία να είναι απόλυτα δίκαιη. Όλες οι ουτοπίες που επιχείρησαν κάτι τέτοιο, κατάντησαν στο άλλο άκρο. Σκεφτείτε πόσο γρήγορα, πόσο απόλυτα και πόσο εύκολα το «οκτωβριανό όνειρο» κατάντησε να λειτουργεί σαν μια σφικτή δικτατορία των λίγων σε βάρος των πολλών. Αποτέλεσμα ήταν να δοθεί μια απλή –και εκ πρώτης όψεως πειστική– ερμηνεία από την Αριστερά που επιβίωσε μετά το 1989, ότι δηλαδή αυτό που είδαμε στην ΕΣΣΔ δεν ήταν «μαρξιστικό» και πως το όνειρο της Αριστεράς διαφέρει από αυτό που βίωσαν εκατομμύρια.

Στους δύσκολους καιρούς, όμως, τα πράγματα είναι ακόμα χειρότερα. Δεν αναμένεται –και δεν πρέπει να αναμένεται– ένα δίκαιο αποτέλεσμα, αφού κάτι τέτοιο δεν υπάρχει. Δεν θα μπορούσε να υπάρχει.

Οι λύσεις που δίνονται είναι όλες προβληματικές: Αν για παράδειγμα μειώσεις το κούρεμα των Ταμείων Προνοίας, γλυτώνεις τις συντάξεις ανθρώπων που με κόπο τις φύλαξαν για χρόνια. Την ίδια ώρα, όμως, «τιμωρείς» τους άλλους καταθέτες που θα κουρευτούν περισσότερο και μάλιστα το κάνεις για να γλυτώσεις Ταμεία που σε πολλές περιπτώσεις φταίνε για αυτό που έπαθαν. Αν, από την άλλη, δεν τα κουρέψεις, ουσιαστικά παραχωρείς μεγαλύτερα μερίδια στη νέα μετοχική δομή της Τράπεζας, σε συγκεκριμένους μεγαλοκαταθέτες, στην προκειμένη ξένους.

Δεν είναι ξεκάθαρο ποιο είναι το σωστό. Το ίδιο συμβαίνει με μια σειρά από άλλα ζητήματα. Το θέτω μονάχα ως προβληματισμό: Οι λύσεις, οι επιλογές, είναι πάντα άδικες στις περιστάσεις σαν τις δικές μας. Γι’ αυτό και το βασικό ζητούμενο από τους πολιτικούς μας είναι να έχουν τα κότσια να λάβουν δύσκολες αποφάσεις την ώρα που όλες οι επιλογές τους είναι «λάθος».

Ο Θεός να τους φωτίζει. Καλό Πάσχα.

Επίσης, πρέπει να προχωρήσει το ΓεΣΥ και να εκπονηθεί ΜΔΠ. Και τα λεφτά από το γκάζι, μακριά από τους πολιτικούς.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s