Moneyval: Καλή η Κύπρος, χρειάζεται βελτίωση

Κοντά στην κατάθεση της έκθεσής της φέρεται να βρίσκεται η Moneyval, η οποία δείχνει να έχει ήδη ολοκληρώσει το πρώτο προσχέδιο των εισηγήσεών της. Σύμφωνα με κάποιες πληροφορίες, οι κυπριακές αρχές ενδεχομένως να είναι έτοιμες να υποβάλουν στη Moneyval σχόλια για την έκθεσή της –κάτι που συνηθίζεται– πριν αυτή ολοκληρωθεί στην τελική της μορφή.

Η Moneyval (Επιτροπή Εμπειρογνωμόνων για την Αξιολόγηση των Μέτρων για την Καταπολέμηση του Ξεπλύματος Βρόμικου Χρήματος και τη Χρηματοδότηση της Τρομοκρατίας) περιγράφει την έκθεσή της ως «μοναδική», καθώς δεν έχει γίνει στο παρελθόν καμία τέτοια «κατ’ εξαίρεση και εστιασμένη» αξιολόγηση σε άλλες χώρες («δικαιοδοσίες», jurisdictions).

Σύμφωνα με το προσχέδιο, η Moneyval σχολιάζει πως οι χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες που προσφέρονται στην Κύπρο είναι ευρείας και πολύπλοκης φύσης, με αποτέλεσμα να υπάρχουν αυξημένα ρίσκα όσον αφορά στον έλεγχο για την καταπολέμηση του ξεπλύματος. Αυτές οι υπηρεσίες καθιστούν την Κύπρο «εκ φύσεως εκτεθειμένη στην κατάχρηση του συστήματός της», φέρεται να αναφέρει η έκθεση.

euro-buningΗ έκθεση σχολιάζει πως «σε γενικές γραμμές» οι 13 τράπεζες που καλύπτονται από την έρευνα «κατέδειξαν υψηλά επίπεδα γνώσης και εμπειρίας στα θέματα καταπολέμησης του ξεπλύματος, καλή γνώση και αντίληψη (intelligence) των ρίσκων που αντιμετωπίζουν όσον αφορά στη φήμη και το καλό τους όνομα, και μια γενική δέσμευση στην υιοθέτηση μέτρων ελέγχου πελατών (customer due diligence)» με βάση τις νομοθεσίες και τις οδηγίες της Κεντρικής Τράπεζας.

Την ίδια στιγμή, όμως, η έκθεση προχωρεί σε μια σειρά από εισηγήσεις και παραινέσεις για τη βελτίωση του γενικού πλαισίου που επικρατεί στην Κύπρο. Πάντως, αναφέρεται ρητά πως μια συγκεκριμένη τράπεζα έχει προκαλέσει αρκετή ανησυχία στη Moneyval, αλλά αυτή δεν κατονομάζεται στην επίσημη σύνοψη της έκθεσης. Πληροφορίες αναφέρουν πως «ονόματα και καταστάσεις» περιγράφονται στο τελικό έγγραφο, αλλά και στην έκθεση της Deloitte, αλλά δεν κατέστη δυνατή η εξασφάλιση των ονομάτων αυτών.
Τα ονόματα αυτά –αλλά και η συγκεκριμένη τράπεζα που φέρεται να κατονομάζεται– όπως όλα δείχνουν θα απασχολήσουν τις αρχές στο επόμενο διάστημα.

Πάντως, πηγές από το εξωτερικό σχολιάζουν πως η έκθεση της Moneyval εντοπίζει μεν προβλήματα τα οποία θα πρέπει να αντιμετωπιστούν στην Κύπρο και σημειώνει το υψηλό ρίσκο του ξεπλύματος, αλλά δεν είναι «ιδιαίτερα προβληματικά» τα συμπεράσματά της. Σε κάθε περίπτωση, δεν επιβεβαιώνεται η γενικότερη εικόνα πως η Κύπρος αποτελεί παράδεισο ξεπλύματος, όπως είχε περιγραφεί από συγκεκριμένους εταίρους της Κύπρου στο Eurogroup.

Πάντως, οι ίδιες πληροφορίες επιμένουν πως το αντίστοιχο προσχέδιο της Deloitte «είναι πιο κολακευτικό» από εκείνο της Moneyval, η οποία εστιάζει την προσοχή της, όχι στη γενική αξιολόγηση, αλλά στον εντοπισμό των προβλημάτων.

Έλεγχος πελατών
Ιδιαίτερη σημασία δίνεται στον έλεγχο, την ταυτοποίηση και την παρακολούθηση των πελατών των τραπεζών (customer due diligence), με την έκθεση να σχολιάζει πως η εφαρμογή των ενδεικνυόμενων μέτρων «φαίνεται να είναι δυνατή στα πιο πολλά κεφάλαια». Ωστόσο, εντοπίζονται μια σειρά από ανεπάρκειες «που δυνητικά μπορεί να υπονομεύσουν την αποτελεσματικότητα του ελέγχου πελατών».

Σύμφωνα με το ίδιο τελικό προσχέδιο, βασικό χαρακτηριστικό του κυπριακού τραπεζικού συστήματος είναι πως ένα πολύ μεγάλο μέρος του διεθνούς πελατολογίου των τραπεζών καταλήγει σε αυτές μέσα από μεσάζοντες, επαγγελματίες που προσφέρουν τέτοιες υπηρεσίες, trusts και άλλους παρόχους εταιρικών υπηρεσιών. Ως αποτέλεσμα αυτού του χαρακτηριστικού, αναφέρει η έκθεση, οι τράπεζες εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από αυτούς τους παρόχους υπηρεσιών για τις σχετικές βεβαιώσεις και την επιβεβαίωση της αυθεντικότητας των εγγράφων που κατατίθενται. Παρ’ όλο που αυτό αποτελεί γενικώς αποδεκτή πρακτική, στην περίπτωση της Κύπρου αναφέρεται πως οι ειδικές συνθήκες (όπως η πολυπλοκότητα των υπηρεσιών) καθιστούν αυτή την πρακτική ανεπαρκή.
Ιδίως τα Άτομα που είναι Πολιτικά Εκτεθειμένα (ΑΠΕ), μια κατηγορία που αναφέρεται στους διεθνείς οργανισμούς και ως «Ανώτατοι Ξένοι Αξιωματούχοι», θα πρέπει να παρακολουθούνται πολύ πιο στενά, σχολιάζει η έκθεση. Αυτό αφορά τόσο τους ίδιους, όσο και επιχειρήσεις συνδεδεμένες με αυτούς και με συγγενικά τους πρόσωπα.

«Οι τράπεζες είναι απομακρυσμένες τουλάχιστον κατά ένα βαθμό από τον τελικό δικαιούχο, και πολύ πιο απομακρυσμένες από αυτόν όταν υπάρχει μια μακρά λίστα διαμεσολαβητών», αναφέρεται. Η Moneyval σχολιάζει πως «το ιδανικό θα ήταν» οι τράπεζες να «έχουν τουλάχιστον μία συνάντηση με τον τελικό δικαιούχο (ultimate beneficial owner), τουλάχιστον όταν χειρίζονται πελάτες υψηλού ρίσκου».

Η καλύτερη διαχείριση λογαριασμών από ΑΠΕ και άλλους ξένους αξιωματούχους, πάντως, φαίνεται να απασχολεί εκτενώς την έκθεση, η οποία περιλαμβάνει αρκετές εισηγήσεις για το συγκεκριμένο σημείο. Ανάμεσά τους είναι και μια πιο προσεκτική αξιολόγηση των πελατών όταν λαμβάνεται απόφαση για την αποδοχή ή όχι αυτών των πελατών. Η Moneyval βρίσκει πως κυρίαρχο ρόλο στη λήψη των αποφάσεων διαδραματίζουν «οικονομικές» παράμετροι των πελατών, όχι όμως και η διαχείριση ρίσκου όσον αφορά στο ξέπλυμα.
«Αυτά τα ευρήματα καταδεικνύουν ουσιαστική ανεπάρκεια (material deficiencies) υπό το φως των διεθνών εργασιών υψηλού ρίσκου που διεξάγονται από το κυπριακό τραπεζικό σύστημα», αναφέρει η έκθεση.

Στην έκθεση γίνεται επίσης και αναφορά στην υπηρεσία του Εφόρου Εταιρειών, για την οποία η Moneyval φαίνεται πως έχει αρκετές ανησυχίες. Ξένες πηγές σχολιάζουν πως «δεν είναι τυχαίο που αυτή η υπηρεσία κατονομάζεται στο Μνημόνιο», ενώ σημειώνεται επίσης πως, με βάση τις δεσμεύσεις της Κύπρου στο Μνημόνιο, θα πρέπει να αναμένονται σημαντικές διορθωτικές κινήσεις στο γραφείο του Εφόρου Εταιρειών, όπου φαίνεται πως υπάρχει ουσιαστικό πρόβλημα. Η πρώτη δέσμευση αφορά στην εξωτερική αξιολόγηση της λειτουργίας του γραφείου.

«Φόρους, όχι ξέπλυμα»
Ωστόσο, πρέπει να σημειωθεί πως η Moneyval αναγνωρίζει πως «η λογική ενός μεγάλου μέρους των διεθνών εργασιών φαίνεται πως είναι κατευθυνόμενη από φορολογικούς λόγους, σε μεγάλο βαθμό λόγω της ευρείας εμβέλειας των συνθηκών αποφυγής διπλής φορολόγησης που έχουν υπογράψει οι κυπριακές αρχές». Σχολιάζει, επίσης, πως η κυπριακή πλευρά παραθέτει πολιτιστικούς και ιστορικούς δεσμούς ως επιπλέον εξήγηση για την επιτυχία της Κύπρου στην προσέλκυση πελατών από τη Ρωσία.

Η έκθεση σημειώνει επίσης το κυπριακό νομικό πλαίσιο «βασισμένο στο αγγλικό δίκαιο», το οποίο προσφέρει ουσιαστική προστασία της προσωπικής περιουσίας. Τέτοια προστασία δεν είναι διαθέσιμη στις δικαιοδοσίες των ξένων πελατών της Κύπρου, σημειώνεται.
Με βάση τα σχόλια της έκθεσης, προκύπτει πως η Κύπρος δεν προσελκύει ξένους πελάτες που έχουν κατά βάση ως στόχο τους το ξέπλυμα βρόμικου χρήματος, αλλά για σκοπούς που μπορούν να κριθούν ως απόλυτα νόμιμοι. Ωστόσο, όπως αναφέρεται, η πολυπλοκότητα των υπηρεσιών, αλλά και η εξάρτηση από διαμεσολαβητικές υπηρεσίες, αυξάνουν το ρίσκο για ξέπλυμα που να σχετίζεται και με την προσπάθεια φοροδιαφυγής.

Η Moneyval βρίσκει, πάντως, πως οι τράπεζες δεν έχουν αξιόμαχο προσωπικό με κατάλληλη εκπαίδευση, ή πως τα συστήματα προειδοποίησης δεν είναι στελεχωμένα στον βαθμό που πρέπει. Πολλές φορές, αναφέρεται, προκύπτουν προειδοποιητικά σημάδια που δεν λαμβάνουν την ενδεικνυόμενη προσοχή από τις τράπεζες. Αυτό το πρόβλημα αφορά ιδιαίτερα στις περιπτώσεις εκείνες που σχετίζονται με προσπάθειες φοροδιαφυγής.

Καλό νομικό πλαίσιο
Σύμφωνα με τα συμπεράσματα της Moneyval, μια εκτενής γκάμα από νομοθετικά μέτρα που έχουν ληφθεί από την Κύπρο «εδώ και χρόνια» έχει δημιουργήσει ένα σύστημα με «κατά βάση ορθές προληπτικές απαιτήσεις». Σημειώνει επίσης πως «σε γενικές γραμμές, οι τράπεζες είναι πειστικές» για τη σοβαρότητα με την οποία αντιμετωπίζουν το ζήτημα του ξεπλύματος και την παρακολούθηση των πελατών υψηλού ρίσκου.

Τα προβλήματα που εντοπίζονται, όμως, κρίνονται ως σημαντικά, παρ’ όλο που στο σύνολό τους φαίνεται πως μπορούν να αντιμετωπιστούν με σχετική ευκολία. Το πιο σημαντικό στοιχείο είναι πως, ενώ εντοπίζει αρκετές ανεπάρκειες, ιδίως όσον αφορά στις διαδικασίες που ακολουθούνται από τις τράπεζες, η Moneyval δεν καταγράφει μια εικόνα διαφθοράς ή μια εσκεμμένη εξυπηρέτηση του ξεπλύματος βρόμικου χρήματος από το κυπριακό τραπεζικό σύστημα.

Ένα σημαντικό μέρος της αξιολόγησης και των εισηγήσεων που γίνονται, με πολλές από αυτές να χαρακτηρίζονται ως «υψηλής προτεραιότητας», είναι διαδικαστικής φύσεως και φαίνεται πως οι τράπεζες θα μπορούν, αν δείξουν την απαιτούμενη σοβαρότητα, να ανταποκριθούν χωρίς ιδιαίτερα προβλήματα.

Η καλύτερη διαχείριση της παρακολούθησης των πελατών και των αρχείων όσον αφορά στους τελικούς δικαιούχους των λογαριασμών, καθώς και η δημιουργία «προφίλ» πελατών από τις τράπεζες είναι ανάμεσα στις απαιτήσεις που θέτει η έκθεση. Οι υπηρεσίες KYC («Know-your-Client») θα μπορούσαν, αν υιοθετηθούν με ολοκληρωμένο τρόπο, να αποτελέσουν ένα σημαντικότατο βήμα για τη διόρθωση των προβλημάτων.

INFO
Η έκθεση βασίζεται σε συνεντεύξεις με τις 13 από τις 41 τράπεζες που λειτουργούν στην Κύπρο. Η Moneyval κάλυψε όλα τα τραπεζικά ιδρύματα με καταθέσεις άνω των 2 δισ. ευρώ, αλλά και κάποια ακόμα μικρότερα για να εξασφαλίσει πιο ολοκληρωμένη εικόνα.

Η έκθεση αναφέρει πως το δείγμα αυτό είναι μεγαλύτερο από εκείνο που χρησιμοποιείται συνήθως από τη Moneyval. Τα ιδρύματα που αποτέλεσαν αντικείμενο της έρευνας, καλύπτουν το 71% των καταθέσεων και το 76% των δανείων του εγχώριου πιστωτικού συστήματος.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s