Οι πέντε πληγές της Τράπεζας Κύπρου

Ενώ η μετοχική δομή της Τράπεζας Κύπρου έχει ήδη ξεκαθαρίσει μετά το αρχικό κούρεμα της τάξης του 37,5% στις ανασφάλιστες καταθέσεις, το ενδιάμεσο Διοικητικό Συμβούλιο της τράπεζας καλείται να λάβει σημαντικές αποφάσεις. Η σημαντική δυστοκία που παρατηρήθηκε στην εξεύρεση νέου διευθύνοντος συμβούλου στην τράπεζα είναι ενδεικτική, μάλιστα, του γεγονότος ότι λίγοι είναι διατεθειμένοι να μπουν στο παιχνίδι την ώρα που καταφανώς το μέλλον της τράπεζας δεν προδιαγράφεται με τις καλύτερες προοπτικές. Η δυσκολία στην εξεύρεση νέου CEO δεν είναι παρά η τελευταία ένδειξη των προβλημάτων. Η εξεύρεση μελών του μεταβατικού ΔΣ της τράπεζας ήταν εξίσου δύσκολη, ενώ πολλά από τα μέλη δηλώνουν ήδη «βαθειά προβληματισμένα» με την κατάσταση.

Αυτά φυσικά δεν σημαίνουν πως η Τράπεζα έχει ξεπεράσει το όριο της σωτηρίας, αφού υπάρχει ακόμα το περιθώριο για να γίνουν σημαντικές κινήσεις που να ενισχύσουν την εμπιστοσύνη, αλλά και να διορθώσουν τα βαθειά προβλήματα της τράπεζας.

Πορεία προς αποφυγή για την Τρ. Κύπρου, η μοίρα που ακολούθησε η Λαϊκή

Πορεία προς αποφυγή για την Τρ. Κύπρου, η μοίρα που ακολούθησε η Λαϊκή

Ήδη αρκετά μέλη του νέου, μεταβατικού Διοικητικού Συμβουλίου της τράπεζας, δείχνουν πως έχουν τη διάθεση να αντιμετωπίσουν τα προβλήματα. Το Δ.Σ., που βρίσκεται ακόμα στο στάδιο της ενημέρωσης, φαίνεται πως έχει αντίληψη των προβλημάτων. «Πρέπει να ξεφύγουμε από τη λογική που επικρατούσε ως πρόσφατα, πως αν αγνοήσεις το πρόβλημα, αυτό θα εξαφανιστεί», σχολίασε μέλος του ΔΣ στην «Κ», ενώ δεύτερο μέλος σημείωσε πως οι αλλαγές που επίκεινται θα «είναι πραγματικές και εκτενείς».

Είναι αξιοσημείωτο, πάντως, πως από τα μέλη του ΔΣ με τα οποία επικοινώνησε η «Κ», κανένας δεν έδειξε πως θεωρεί εύκολη την κατάσταση στην τράπεζα, όλοι όμως σημείωσαν σχεδόν με τον ίδιο τρόπο πως γίνεται αντιληπτή η σοβαρότητα της κατάστασης.

Με τη σειρά του, ο νέος πρόεδρός του, Σοφοκλής Μιχαηλίδης, σχολίασε στην «Κ» πως ο ίδιος είναι «αισιόδοξος και αποφασισμένος» για να γίνουν οι απαραίτητες τομές στην Κύπρου ούτως ώστε να αποφύγει τον κίνδυνο. «Το Πρόγραμμα που έχουμε μπροστά μας είναι συγκεκριμένο και σαφές και το Σχέδιο Αναδιάρθρωσης, το οποίο θα εγκρίνουμε με βάση τις σχετικές ρήτρες του Μνημονίου, θα είναι ικανό να αντιμετωπίσει το πρόβλημα της τράπεζας».

«Θα εκπληρώσουμε τις υποχρεώσεις μας όπως προκύπτουν από το Μνημόνιο και δεν θα αφήσουμε δεσμεύσεις της τράπεζας στα λόγια», σχολίασε. «Αυτό που ζητούμε εμείς, είναι υπομονή από τους πελάτες και καταθέτες μας. Το αποτέλεσμα θα αρχίσει να διαφαίνεται πολύ σύντομα και το αποτέλεσμα θα είναι καλό», τόνισε.

Αυτές οι κινήσεις, όπως είναι σαφώς ξεκάθαρο πλέον θα πρέπει να είναι εκτενείς και ριζικές. Η εμπειρία του Σχεδίου Αναδιάρθρωσης της Λαϊκής, που αποτελούσε χάιδεμα των προβλημάτων, θα πρέπει να προβληματίσει σοβαρά.

Οι πληγές της τράπεζας
Πρώτη πληγή για την Τράπεζα Κύπρου είναι η καθαρή έξοδος κεφαλαίων. Στο παρόν στάδιο δεν υπάρχει μαζική έξοδος κεφαλαίων από την τράπεζα. Αυτό δεν φαίνεται να ευθύνεται μόνο στα περιοριστικά μέτρα, αφού ενδείξεις δείχνουν πως οι προσπάθειες για έξοδο από την τράπεζα δεν είναι ιδιαίτερα μεγάλες, κάτι που συνάδει και με τα ευρήματα της σχετικής δημοσκόπησης που δημοσίευσε η «Κ» σχετικά με τις προθέσεις των καταθετών. Έτσι, όλα δείχνουν πως το ύψος των χρημάτων που εγκαταλείπουν –ή επιχειρούν να εγκαταλείψουν– την τράπεζα, δεν είναι πολύ μεγαλύτερος από τα ποσά που ούτως ή άλλως εγκατέλειπαν την τράπεζα κάτω από συνήθεις περιστάσεις.

Αυτό που έχει αλλάξει, προφανώς, είναι πως, ενώ χρήματα φεύγουν, δεν υπάρχουν χρήματα που να μπαίνουν στην τράπεζα. Έτσι, η καθαρή ροή είναι πολύ μεγαλύτερη από ό,τι συνήθως, κυρίως λόγω του παγώματος της αγοράς εξαιτίας των περιοριστικών μέτρων, αλλά και λόγω της απώλειας εμπιστοσύνης στην ίδια την Κύπρου.

Δεύτερη πληγή είναι τα μεγάλα δάνεια στα οποία η Τράπεζα είναι εκτεθειμένη. Όπως γράφει η «Κ», αυτά τα δάνεια φαίνεται πως ξεπερνούν το 1 δισ. ευρώ και αφορούν σε ένα μικρό αριθμό επιχειρήσεων (6 ή 7) που δείχνουν σήμερα να αντιμετωπίζουν σοβαρά προβλήματα. Δεν υπάρχει, πάντως, ασφαλής πληροφόρηση για τα στοιχεία αυτά, αλλά όλες οι ενδείξεις δείχνουν πως το πρόβλημα είναι ιδιαίτερα μεγάλο. Αντιμετώπισή του, συνεπάγεται μεγάλη αύξηση των Βασικών Ιδίων Κεφαλαίων της τράπεζας, με σκοπό να δημιουργηθεί «μαξιλαράκι» για τις ζημιές που θα προκύψουν αργότερα εντός του έτους.

Τρίτη πληγή είναι οι διαδικασίες που ακολουθεί η τράπεζα. Η Κύπρου, όπως και οι πιο πολλές τράπεζες στην Κύπρο, δανείζουν με κύρια βάση τις εξασφαλίσεις των δανειοληπτών και όχι την προσδοκώμενη ικανότητα εξυπηρέτησης των δανείων. Είναι ξεκάθαρο, όπως έχει γραφτεί και παλαιότερα, πως η τράπεζα θα πρέπει να αλλάξει ριζικά τις διαδικασίες αξιολόγησης πελατών, τον τρόπο κοστολόγησης των δανείων αλλά και τις διαδικασίες έγκρισης των πελατών. Πέρα όμως από τις διαδικασίες των «μπροστινών γραφείων», η Κύπρου θα πρέπει καταφανώς να βελτιώσει την εσωτερική της λειτουργία και την εταιρική διακυβέρνηση σε όλα τα επίπεδα. Τα συμπεράσματα της Alvarez and Marsal καταδεικνύουν πόσο σοβαρό είναι πλέον το πρόβλημα, με τη διαχείριση του ρίσκου να πάσχει σοβαρά και να απαιτείται σαφής και πειστική διαφοροποίηση των διαδικασιών. Τέταρτη πληγή είναι το μεγάλο δίκτυο και η απασχόληση της τράπεζας. Η συζήτηση που έχει αρχίσει το Υπουργείο Οικονομικών με την ΕΤΥΚ, η οποία αφορά σε μείωση του αριθμού των εργαζομένων της τράπεζας «μέχρι και 1000 άτομα» δεν μπορεί να εκληφθεί παρά ως αρνητική ένδειξη πως η τράπεζα δεν οδεύει προς ουσιαστική μείωση του κόστους λειτουργίας της. Μάλιστα, η σχετική εγκύκλιος της ΕΤΥΚ, η οποία αναφέρει πως η τράπεζα θα επωμιστεί το κόστος οποιουδήποτε κουρέματος, δείχνει πόσο μεγάλη είναι η απόσταση μεταξύ της διόρθωσης των προβλημάτων από τη μία, και των προθέσεων από την άλλη. Αν ελπίζει η τράπεζα να ανακτήσει την εμπιστοσύνη των πελατών της, θα πρέπει να ανακοινώσει μεταξύ άλλων και το συνολικό κόστος του σχεδίου εθελούσιας εξόδου.

Πάντως, με δεδομένο πως η ΕΤΥΚ εκπροσωπείται στο Διοικητικό Συμβούλιο της Τράπεζας Κύπρου, πρέπει να κρίνεται πως έχει (και είχε) ρόλο στη λήψη των αποφάσεων και δεν είναι αμέτοχη στην όλη διαδικασία.

Στα ίδια πλαίσια κινείται και η συρρίκνωση του δικτύου της «νέας Τράπεζας Κύπρου», η οποία πλέον κατέχει ένα πολύ «πυκνό» δίκτυο που περιλαμβάνει και τα καταστήματα της πρώην Λαϊκής. Έτσι, σε πολλές περιοχές η Τράπεζα διαθέτει γειτονικά καταστήματα, πολλά από τα οποία θα πρέπει να εγκαταλειφθούν.

Ισχυρό μήνυμα από ΕΚΤ
Πέμπτη πληγή είναι η ρευστότητα και το ELA. Αυτή η πληγή, όπως όλα δείχνουν, θα μπορεί να αντιμετωπιστεί ευκολότερα από τις άλλες. Σήμερα, όπως είναι φανερό, η τράπεζα δέχεται μεγάλη πίεση στη ρευστότητά της, κάτι που ούτως ή άλλως αποτελεί τη βασική εξήγηση που δίνεται από την Κεντρική Τράπεζα για τη διατήρηση των περιοριστικών μέτρων στη διακίνηση κεφαλαίων. Ο πρόεδρος του ΔΣ της τράπεζας, Σοφοκλής Μιχαηλίδης, φέρνει ως παράδειγμα την Ολλανδία: «Με τη διάθεση που επιδείχθηκε για αντιμετώπιση των προβλημάτων», είπε, «τελικά έγινε δεκτή η θέση πως το ELA θα μπορούσε να μετατραπεί σε μακροπρόθεσμο δάνειο». Αυτή εξέλιξη, προφανώς, έδωσε βαθύτατες ανάσες στο εκεί τραπεζικό σύστημα.

Ήδη, η Τράπεζα Κύπρου έχει αναλάβει κατεπείγουσα ρευστότητα της τάξης των 11,4 δισ. ευρώ, ενώ το φερόμενο ως όριο για την παραχώρηση ELA είναι 14 με 16 δισ., σύμφωνα με πηγές. Γι’ αυτό και η ανακούφιση που δίνεται, σύμφωνα με την αιφνίδια απόφαση της ΕΚΤ, με την αποδοχή του κυπριακού χρέους ως εξασφάλιση, αποτελεί εξαιρετικά σημαντική εξέλιξη. Η εξασφάλιση από την ΕΚΤ «υποσχέσεων» (αλλά προφορικών) πως θα γίνει «δημιουργική» στην έγκριση εξασφαλίσεων, ανάμεσα στις οποίες θα είναι και κρατικές εγγυήσεις, δίνει κάποιο περιθώριο στην τράπεζα για διαχείριση της ρευστότητάς της τους επόμενους μήνες.

Πρέπει να σημειωθεί πως η ανακοίνωση της ΕΚΤ πως, με σχετικό διάταγμα που θα εκδοθεί στις 9 του μηνός, θα δέχεται πλέον το κυπριακό χρέος ως εξασφάλιση για την απόκτηση ρευστότητας από τις κυπριακές τράπεζες, αποτελεί μια πολύ βαθιά ανάσα για την Τράπεζα Κύπρου. Ουσιαστικά, πέρα από την ψήφο εμπιστοσύνης που δίνεται από την ΕΚΤ στο κυπριακό Μνημόνιο, η ΕΚΤ ανοίγει τον δρόμο για την Τράπεζα Κύπρου ώστε να παύσει να στηρίζεται από το ELA. Επιπλέον, δεν αποκλείεται πλέον η Τράπεζα Κύπρου να αναχρηματοδοτήσει τις υποχρεώσεις της στο ELA, που, όπως αναφέρεται πιο πάνω, είναι ήδη κοντά στα όριά τους, μέσα από την πολύ φθηνότερη ρευστότητα που θα μπορεί να λάβει απευθείας από τη Φρανκφούρτη. Η άμεση επίπτωση θα είναι μείωση του κόστους της ρευστότητας για την τράπεζα κατά περίπου 2 εκατοστιαίες μονάδες, ένα καθόλου ευκαταφρόνητο επίπεδο.
Επιπλέον, με τη φθηνότερη ρευστότητα, θα μπορούν με μεγαλύτερη ευκολία να αρθούν οι περιορισμοί στη διακίνηση κεφαλαίων και να επιτραπεί η πλήρης λειτουργία του συστήματος.

Η απόφαση αποτελεί σε κάθε περίπτωση ισχυρό μήνυμα από πλευράς της ΕΚΤ, η οποία πλέον αναλαμβάνει και η ίδια μεγάλη έκθεση στη μοίρα του κυπριακού χρέους.

Άμεση η ανάγκη
Μέχρι σήμερα, η επίκληση του τραπεζικού και του επιχειρηματικού απορρήτου δημιούργησε ένα παραπέτασμα καπνού γύρω από τις τράπεζες. Η κατάσταση στη Λαϊκή έγινε αντιληπτή λόγω της αστρονομικής αύξησης του ELA, ενώ η Κύπρου κατάφερε (με ευθύνη και ΜΜΕ στα οποία η «Κ» συγκαταλέγει και τον εαυτό της) να αποκρύψει την πραγματική της κατάσταση μέχρι που ήταν ήδη αργά.
Σήμερα, και υπό το βάρος των δύσκολων καταστάσεων που επικρατούν στην τράπεζα, ο οίκος καλείται πλέον να δώσει σαφή μηνύματα στους καταθέτες, για να δείξει και να πείσει πως είναι σε θέση να επιστρέψει στην ομαλότητα. Μόνο με αυτό τον τρόπο θα μπορέσει η Τράπεζα Κύπρου να αποφύγει την κατάληξη που είχε και η Λαϊκή. Επιπλέον, σε αναζήτηση πλέον μεγάλου επενδυτή για να αναλάβει μερίδιο στην τράπεζα, η Κύπρου θα πρέπει να επιδεικνύει με απτό τρόπο πως έχει δεσμευτεί σε μια πορεία εξυγίανσης που να την καθιστά ελκυστική.

Πάντως, η τράπεζα δεν έχει ξεπεράσει το σημείο της «μη επιστροφής» και είναι καταφανές πως υπάρχει διάθεση, αλλά και περιθώριο για να μπορέσει η Κύπρου να γίνει ξανά ισχυρή και δυναμική τράπεζα. Οι κινήσεις που πρέπει να γίνουν έχουν μια πολύπλοκη τεχνική πλευρά, δεν είναι όμως αδύνατον να ολοκληρωθούν επιτυχώς. Γι’ αυτόν τον σκοπό, η μπάλα βρίσκεται στο γήπεδο του νέου Διοικητικού Συμβουλίου, αλλά και της Κεντρικής Τράπεζας, ενώ και ο διορισμός ενός πειστικού ονόματος στη θέση του διευθύνοντος συμβούλου, θα αποτελέσει το πρώτο, και ίσως καθοριστικό, μήνυμα που θα λάβουν καταθέτες και επενδυτές.

Η «δεύτερη πληγή» είναι βαθιά
Όσον αφορά στην έκθεση της τράπεζας σε μεγάλους δανειζόμενους, είναι προφανές πως το πρόβλημα θα πρέπει να τύχει άμεσης αντιμετώπισης, χωρίς καθυστέρηση. Τα μεγάλα δάνεια, πολλές φορές σε συνδεδεμένα πρόσωπα, έχουν δημιουργήσει ένα μεγάλο κίνδυνο για την τράπεζα, ο οποίος θα έπρεπε να προκαλεί ανησυχία ακόμα και κάτω από τις καλύτερες οικονομικές συγκυρίες. Με το σημερινό κλίμα να βαραίνει αφόρητα τις επιχειρήσεις, και δη τον κλάδο των κατασκευών και το εμπόριο, προκύπτει σαφώς πως η Κύπρου βρίσκεται μπροστά σε ένα πολύ δύσκολο δίλημμα. Αφενός, οι εξασφαλίσεις δεν μπορούν να κριθούν ως ικανοποιητικές, αφού σύμφωνα με πληροφόρηση, αυτή αποτελείται σε μεγάλο βαθμό από ακίνητα και άλλα ενεργητικά που δεν έχουν «εύκολη» αξιολόγηση σε τιμές αγοράς, αφού η δευτερογενής αγορά είναι ουσιαστικά ανύπαρκτη.

Παρόλο που συγκεκριμένα στοιχεία δεν μπορούν στο παρόν στάδιο να εξασφαλιστούν με βεβαιότητα, προκύπτει πως η έκθεση της τράπεζας σε συγκεκριμένες επιχειρήσεις ενδεχομένως να αποτελεί το μεγαλύτερο άμεσο πρόβλημα.

Όπως έγραψε προ εβδομάδας η «Κ», μεγάλες εταιρείες έχουν τεράστια έκθεση σε υψηλό δανεισμό, ο οποίος μάλιστα φτάνει σε αστρονομικά ποσά. Σύμφωνα με τα περσινά αποτελέσματα, μόνο η Cyprus Trading Corporation έχει έκθεση πέραν των 477 εκατ. ευρώ σε δανεισμό (τα 132 εκατ. σε τρέχουσες υποχρεώσεις), ενώ πληροφορίες αναφέρουν πως το μεγαλύτερο μέρος του ποσού αφορά σε μόχλευση από την Τράπεζα Κύπρου. Αυτό, όμως, δεν είναι βέβαιο.

Εξίσου εντυπωσιακά είναι τα νούμερα που γράφτηκαν πριν από μερικές ημέρες για τη Leptos (235 εκατ. ευρώ εκ των οποίων φαίνεται πως τα 67 εκατ. σχεδόν αφορούν στο Leptos Calypso Hotels), αλλά και στην Aristo (198,6 εκατ. ευρώ). Η Hassapis αποτελεί άλλη έκθεση της Τράπεζας Κύπρου κατά 130,1 εκατ. ευρώ, ενώ η Κύπρου φέρεται να έχει έκθεση της τάξης των 114 εκατ. ευρώ και στη Libra.

Σε κάθε περίπτωση, η ανακεφαλαιοποίηση της τράπεζας θα πρέπει να είναι αρκετά μεγάλη, πολύ υψηλότερη από το όριο του 9%, (και ενδεχομένως μέχρι και 20%) ούτως ώστε να μπορεί να αντέξει μείωση των ενεργητικών της, όταν θα αυξηθούν τα προβληματικά δάνεια (λόγω ύφεσης) αλλά και όταν θα γίνει η αναδιάρθρωση και ενδεχομένως μερική διαγραφή πολλών από τα δάνεια από τα οποία η Κύπρου κινδυνεύει.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s