Να φύγουν από τη μέση

Το θέμα της επιχειρηματικότητας δεν έχει μόνο να κάνει «με τα λεφτά», αλλά και με τη ποιότητα ζωής.

Μια από τις λίγες νότες ανακούφισης στο μουντό πεδίο των γιορτών που πέρασαν, ήταν η αναβίωση της Ονασαγόρου στη παλιά Λευκωσία, η οποία επιπλέον «τράβηξε» μαζί της και την Λήδρας. Ενώ η Μακαρίου θύμιζε χειμωνιάτικο θερινό θέρετρο, η παλιά ψυχή της πόλης γέμισε ξανά ζωή μετά από αρκετά χρόνια.

Το κόλπο της Ονασαγόρου δεν είναι κάποιο μυστήριο. Μετά από αρκετά χρόνια αδράνειας, ο Δήμος έκρινε επιτέλους πως, από τη στιγμή που η τάφρος προσφέρεται ως χώρος στάθμευσης, δεν υπάρχει λόγος να υποχρεώνει τους καταστηματάρχες να πληρώνουν το «πρόστιμο» που χρεωνόταν διότι δεν είχαν χώρο στάθμευσης στον πεζόδρομο.

LedraΚαι, αμέσως, με την μείωση των δαπανών, ξεφύτρωσαν πολλά εστιατόρια, καφετέριες και μπαράκια. Και, όλα αυτά με τη σειρά τους, έδωσαν νέα ζωή στα καταστήματα που βγήκαν από τον αναπνευστήρα για να εξυπηρετήσουν εφηβικές παρέες, νέες οικογένειες, παππούδες με τα εγγόνια τους κύπριους και ξένους, ακόμα και Τροικανούς που ήρθαν στην Κύπρο με άλλο σκοπό.

Η επιτυχία του όλου εγχειρήματος δείχνει το δρόμο για μια σειρά από γενικότερες πολιτικές.

Πρώτο, όταν οι αρχές βλέπουν το ρόλο τους ως υποβοηθητικό για τις επιχειρήσεις και όχι ως αντίπαλό τους, τότε μπορεί να συμβεί κάτι πολύ σπουδαίο. Στην περίπτωση της Λευκωσίας, είδαμε πόσο πετυχημένη ήταν η κίνηση να ανακουφιστούν ξεπερασμένοι κανόνες, σε μια περιοχή όπου οι απαίτηση της στάθμευση βαραίνει τον Δήμο και όχι το εκάστοτε κατάστημα. Διερτάται κανείς, από την θητεία του Λέλλου και μετά –όταν έγινε η πεζοδρόμηση παρά τις έντονες αντιδράσεις των καταστηματαρχών- γιατί δεν βρέθηκε δήμαρχος στη Λευκωσία να κάνει το απλό. Δυστυχώς, ο Δήμος δεν δείχνει πως έχει την ίδια αίσθηση του κατεπείγοντος για την Μακαρίου που είναι πλέον ζόμπι, ενώ και στους κεντρικούς πεζόδρομους παραμένουν πολλά ακόμα που πρέπει να γίνουν, όπως την οριοθέτηση των τραπεζικών στον δρόμο. Ωστόσο, με μια απλή κίνηση, ο Δήμος έσωσε μια περιοχή που πέθαινε. Και, σε αντίθεση με τους νεκρούς, οι ετοιμοθάνατοι μπορούν να σωθούν.

Δεύτερο, κατά τη διάρκεια των γιορτών φάνηκε πόσο μεγάλη είναι η επίδραση του ελεύθερου ωραρίου. Οι αρχές άφησαν τον κόσμο να δουλέψει και ο κόσμος δούλεψε. Έστω κι αν ήταν γιορτές, το γεγονός ότι γέμιζαν καταστήματα και καφέ τις Κυριακές τα βράδια, σε ώρες εκτός του «shopping time» των λευκωσιατών, λέει πολλά. Αν φύγουν οι αρχές από τη μέση, τότε θα μπορούν να αποφασίσουν οι ίδιοι οι καταστηματάρχες και οι ιδιοκτήτες των καφέ να αποφασίσουν πότε συμφέρει τον καθένα και πότε όχι.

Τρίτο, θα υπάρχουν πάντα και εκείνοι που κλείνουν. Οι πολλές καφετέριες που εμφανίστηκαν ξαφνικά δημιούργησαν ένα ευχάριστο κλίμα στη περιοχή, αλλά το μόνο σίγουρο είναι πως πολλές από αυτές δεν θα είναι εκεί σε 1 με 2 χρόνια. Πέρα από το γεγονός ότι οι καφετέριες είναι μάλλον η τελευταία –μίνι- φούσκα της οικονομίας, είναι επίσης δεδομένο πως οι πελάτες αλλάζουν: Ηλικία, στυλ, προτιμήσεις και ορέξεις. Με τον ανταγωνισμό να είναι τόσο έντονος, άλλοι θα τα καταφέρουν και άλλοι όχι, με τους πιο τυχερούς στη κούρσα να είναι εκείνοι που προσφέρουν αυτό που ζητά ο κόσμος: Καλή ποιότητα, καλές τιμές και καλή εξυπηρέτηση.

Η αποτυχία μερικών επιχειρήσεων δεν είναι κακή για την οικονομία. Στα αστεία, οι Αμερικανοί λένε πως κανένας δεν σε παίρνει στα σοβαρά εκτός κι αν έχεις κλείσει τρεις επιχειρήσεις- η χρεοκοπία της επιχείρησης είναι σχεδόν τιμή για τον ιδιοκτήτη. Όχι γιατί είναι μαγκιά να αποτυγχάνεις, αλλά διότι είναι μαγκιά να προσπαθείς.

Το ζητούμενο για τους μικρομεσαίους κινείται σε αυτά τα συμπεράσματα από την Ονασαγόρου- το κράτος πρέπει να τους αφήσει να δουλέψουν, να φύγει από τα πόδια τους, κάνοντας μόνο ό,τι είναι απαραίτητο και με γνώμονα τη βασική αρχή πως, ο καθένας έχει το δικαίωμα να αναζητήσει την δική του θέση στην οικονομία, και πως δουλειά του κράτους είναι να διευκολύνει την οικονομία, όχι να την δυσκολεύει.

Την ίδια ώρα, όμως,βασική ανάγκη για την επιχειρηματικότητα είναι να δοθεί στήριξη στους μικρούς- να ανοίξουν, να χρεοκοπήσουν και να ξαναπροσπαθήσουν. Και το θέμα αυτό δεν έχει να κάνει «με τα λεφτά». Έχει να κάνει με εκείνους τους έφηβους της Φανερωμένης που βρίσκουν τόπο να πιουν ένα καφέ, μια σουμάδα ή μια μπύρα. Με τους ερωτευμένους που περπάτησαν φέτος της Ονασαγόρου. Με τους παππούδες που αγόρασαν καφέ για τον εαυτό τους και μπαλόνια για τα εγγόνια τους. Για όλο τον κόσμο που πέρασε έστω και λίγο καλύτερα επειδή ο Δήμος Λευκωσίας στάθηκε δίπλα, αντί απέναντι, στους μικρούς επιχειρηματίες. Είναι, τελικά, απλό πως η Λευκωσία ήταν φέτος μια καλύτερη πόλη χάρη σε μια απλή κίνηση.

Επίσης, πρέπει να προχωρήσει το ΓεΣΥ και να εκπονηθεί ΜΔΠ. Και τα χέρια των πολιτικών μακριά από φυσικό αέριο.

Περιοδικό ΜΑΝ, τεύχος Ιανουαρίου 2013

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s