Πώς χάθηκαν 384 εκατ. από τη Λαϊκή

Ανικανότητα, αλλά και σύγκρουση συμφερόντων, από πλευράς της διοίκησης της τότε Μαρφίν Λαϊκή, δείχνει η εσωτερική έρευνα της Λαϊκής που αποκάλυψε την περασμένη εβδομάδα η «Κ». Σε αντίθεση με τα άλλα δάνεια, όπου εγείρονται πολλά ερωτηματικά, η καταγραφή των δεδομένων σχετικά με τα MIGοδάνεια καταδεικνύει πως οι αποφάσεις της τότε Μαρφίν Λαϊκής κατευθύνονταν κυρίως από απληστία και χαλαρότητα.

Εξαιρετικά σημαντικό σχόλιο είναι, σε κάθε περίπτωση, πως η Μαρφίν αγνόησε προειδοποιήσεις, τόσο από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου, όσο και από την Τράπεζα της Ελλάδος πως τα συγκεκριμένα δάνεια είναι επισφαλή, αλλά και ότι πιθανόν να παραβίαζαν υφιστάμενους κανόνες.

Οι ευθύνες που εντοπίζει το κεφάλαιο που ασχολείται με τις πρακτικές της Μαρφίν Λαϊκής όσον αφορά στην παραχώρηση δανείων για την αύξηση κεφαλαίου της MIG, εστιάζονται στους Ανδρέα Βγενόπουλο, Ευθύμιο Μπουλούτα και Κυριάκο Μάγειρα, όπως εξάλλου συμβαίνει και με το υπόλοιπο της έρευνας. Το συγκεκριμένο κεφάλαιο, για τα MIGοδάνεια, υπογράφεται στις 11 Ιανουαρίου 2012, από τον Κυπριανό Γεωργάκη, καταλήγει σε συγκεκριμένα συμπεράσματα για τις ευθύνες των τριών.

laikiΕυθύνες Βγενόπουλου
Πιο σκληρές είναι οι τοποθετήσεις της έρευνας σχετικά με τη στάση του κ. Βγενόπουλου. Συγκεκριμένα, το κείμενο σχολιάζει πως ο τότε ισχυρός άνδρας της τράπεζας «δεν αναγνώρισε και δεν αποκάλυψε στο Διοικητικό Συμβούλιο τη δυνητική σύγκρουση συμφερόντων από τη χρηματοδότηση της αύξησης κεφαλαίου της συγκεκριμένης οντότητας» (βλέπε ΜIG). Επιπλέον, σημειώνει πως ο κ. Βγενόπουλος προήδρευε της Επιτροπής Χορηγήσεων η οποία ενέκρινε το προϊόν δανειοδότησης και την εκταμίευση τουλάχιστον 680 εκατ. ευρώ «χωρίς ουσιαστική εκτίμηση (meaningful consideration), και χωρίς να δίνει προσοχή στις συμβουλές της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου».
Τέλος, η έρευνα σημειώνει πως ο κ. Βγενόπουλος «συνέχισε να υποεκτιμά τα ρίσκα» ακόμα και μετά τις προειδοποιήσεις των δύο Κεντρικών Τραπεζών, Ελλάδας και Κύπρου. Αυτό το συμπέρασμα επαναλαμβάνεται και για τον κ. Μπουλούτα, για τον οποίο σημειώνεται επίσης πως όταν ανέλαβε ως κορυφαίος εκτελεστικός, δεν ανέλαβε να προχωρήσει σε «αντισταθμιστικά μέτρα που να αξίζει να αναφερθούν».

Το τελευταίο σχόλιο, δηλαδή, η κατηγορία για αδράνεια, βαραίνει, σύμφωνα με το κείμενο, και τον κ. Μάγειρα.

Προειδοποίηση Κεντρικής
Άξιο λόγου είναι το γεγονός ότι, τόσο η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου όσο και η Τράπεζα της Ελλάδος, είχαν προχωρήσει σε προειδοποιήσεις προς τη Μαρφίν κατά των συγκεκριμένων δανείων. Σύμφωνα με την έρευνα, μάλιστα, η Κεντρική είχε αναφέρει πως τα συγκεκριμένα δάνεια «ούτως ή άλλως παραβίαζαν το όριο των 85 χιλιάδων ανά δανειζόμενο που προέβλεπε ο Περί Τραπεζών Νόμος».
Με τη σειρά της, η Τράπεζα της Ελλάδος είχε προχωρήσει σε εξωτερικό έλεγχο «συγκεκριμένα γι’ αυτά τα δάνεια αμέσως μετά την εκταμίευσή τους». Η έρευνα αναφέρει πως «Στην έκθεσή της με ημερομηνία 3.8.2008 (η Τράπεζα της Ελλάδος) σημειώνει μεταξύ άλλων το γεγονός ότι δεν επιβλήθηκαν όρια ρίσκου και πως δεν έγινε αξιολόγηση αντίκτυπου για την περίπτωση πτώσης στην τιμή της μετοχής της MIG». Η αναφορά αυτή καταγράφει καταφανώς πως, πέρα από την προφανή σύγκρουση συμφερόντων, η Μαρφίν ήταν ξεκάθαρα απρόσεκτη και χαλαρή όσον αφορά στις διαδικασίες δανειοδότησης. Φωτογραφίζει, έτσι, ουσιαστική ανικανότητα στη λήψη αποφάσεων, πέρα και άσχετα με άλλες ευθύνες.

Απάντηση Μαρφίν
Στις προειδοποιήσεις των κεντρικών τραπεζιτών, απάντησε στις 30.8.2008 ο κ. Βγενόπουλος, με επιστολή που απέστειλε ως CEO της Μαρφίν Εγνατία μετά τη συγχώνευση που έγινε. Στην απάντηση, σύμφωνα με την έρευνα, ο κ. Βγενόπουλος σημείωσε πως οι πιθανότητες για απώλειες από αυτά τα δάνεια αποτελούσαν ένα «εντελώς ακραίο σενάριο». Σύμφωνα με την έρευνα, ο κ. Βγενόπουλος φέρεται ότι απέδωσε αυτή την πλήρη ασφάλεια σε μια σειρά από δεδομένα: τον στόχο που έθεσε η MIG για απόδοση 25% στη μετοχική της αξία, τη δέσμευση για επαναγορές μετοχών και τα αποθέματα ρευστών.

Αυτά τα δεδομένα σύμφωνα με την απάντηση Βγενόπουλου, καθιστούσαν την πιθανότητα να χάσει χρήματα η Μαρφίν από τα MIGοδάνεια ακραίο σενάριο, και μάλιστα «άσχετο με τις εξελίξεις στις κεφαλαιακές αγορές» (βλέπε μετοχή της MIG). Εκ του αποτελέσματος διαφαίνεται πως η εκτίμηση αυτή ήταν λάθος, αφού οι εξελίξεις στην αξία της μετοχής της MIG άφησαν τη Μαρφίν Λαϊκή εντελώς εκτεθειμένη.
Όταν άρχισε να υποχωρεί δραματικά η μετοχή της MIG, η Λαϊκή δεν προχώρησε σε καμία κίνηση για να προστατέψει τα ενεργητικά της και δεν χρησιμοποίησε τις εξασφαλίσεις για να μειώσει την έκθεσή της. Από τη στιγμή που είχε γίνει το προφανές (και παραδοσιακό) μέγα λάθος να χρησιμοποιηθούν οι μετοχές της MIG ως εξασφαλίσεις για δάνεια που είχαν σκοπό την αγορά μετοχών της MIG, η Μαρφίν είχε πλέον εγκλωβίσει τον εαυτό της στη μοίρα της MIG.

Όταν οι δύο Κεντρικές Τράπεζες έθεσαν το θέμα εκ νέου από κοινού, σύμφωνα με την έρευνα, η διεύθυνση της Μαρφίν Λαϊκή έδωσε πέντε εξηγήσεις για την αδράνειά της μπροστά στο πρόβλημα. Πρώτο, αν προχωρούσε σε ρευστοποίηση εξασφαλίσεων, θα αποκρυσταλλώνονταν οι απώλειες των δανειοληπτών (κάτι που ούτως ή άλλως ήταν αναπόφευκτο). Δεύτερο, θα αποτελούσε πλήγμα για τη φήμη της τράπεζας. Τρίτο, η μετοχή της MIG θα έχανε περαιτέρω την αξία της με τις μαζικές πωλήσεις (αυτός ακριβώς είναι και ο λόγος που δεν έπρεπε η μετοχή να είχε γίνει αποδεκτή ως εξασφάλιση ούτως ή άλλως). Τέταρτο, πως αυτή δεν ήταν η συνήθης πρακτική σε άλλες περιπτώσεις ελληνικών τραπεζών, και τέλος ότι μια τέτοια πράξη θα μπορούσε να είχε αφήσει εκτεθειμένη την τράπεζα σε νομικό επίπεδο.
Η έρευνα, ενώ αμφισβητεί τα κίνητρα της Μαρφίν Λαϊκή για την παραχώρηση αυτών των δανείων, δεν βρίσκει κανένα τεκμήριο που να αποδεικνύει πως η σύγκρουση συμφερόντων υποκίνησε τις αποφάσεις της διεύθυνσης της τράπεζας. Η ίδια η τράπεζα, πάντως, φέρεται να απέδωσε την απόφαση να εκθέσει τον εαυτό της σε μια τόσο μεγάλη επισφάλεια, σε καθαρή απληστία: Αν δεν παραχωρούσε η ίδια τα δάνεια, θα το έκανε ο ανταγωνισμός, και η τράπεζα θα έχανε πιστωτική επέκταση, πέρα από την απογοήτευση που θα προκαλούσε σε «πολύτιμους» πελάτες της.

Δεν φταίει η κρίση
Πρέπει να σημειωθεί πως η παραχώρηση δανείων για αγορά ενεργητικών (μετοχές, ακίνητα ή οτιδήποτε άλλο), με μοναδική εξασφάλιση την αξία του ίδιου του ενεργητικού που θα αγοραστεί, αποτελεί τον πιο συνηθισμένο λόγο καταστροφής τραπεζών. Η κίνηση αυτή καταδεικνύει πως η διεύθυνση λειτουργεί απρόσεκτα και με χαλαρότητα, και πως τίθεται, αν μη τι άλλο, ζήτημα ικανότητας των διευθυντών της.

Από τη στιγμή που η εξασφάλιση ήταν οι ίδιες οι μετοχές, εάν κάτι πήγαινε στραβά η τράπεζα θα είχε ως μοναδική της επιλογή, την πώληση των μετοχών. Κάτι τέτοιο, όμως, θα οδηγούσε σε μείωση της αξίας των μετοχών με τις μαζικές πωλήσεις και τελικά θα διέλυε τις υπόλοιπες εξασφαλίσεις που κατείχε. Με δεδομένο το ρίσκο για ένα ατυχές γεγονός (ακόμα και χωρίς την κρίση που τελικά ξέσπασε), η τράπεζα εγκλώβισε το εαυτό της σε ένα catch-22 αυτοκαταστροφής, εκτός κι αν η μετοχή της MIG συνέχιζε να αυξάνεται έστω και οριακά.
Η ίδια η έρευνα σημειώνει πως οι μεγάλες πτώσεις στη μετοχική αξία ακόμα και κολοσσών δεν αποτελούν σπάνιο φαινόμενο και πως θα έπρεπε να είχαν εξασφαλιστεί πιο ισχυρές εξασφαλίσεις για τα δάνεια: «Μια πτώση στην αξία των μετοχών κατά 40% ή 50% είναι εντελώς πιθανή ακόμα και χωρίς ένα σπάνιο (once in a lifetime) γεγονός που να αποτελεί «μαύρο κύκνο», κι αυτό θα έπρεπε να είχε ληφθεί υπόψη όταν παραχωρήθηκε το δάνειο».

Η εικόνα που δημιουργείται, πάντως, πέρα από το μεγάλο ερωτηματικό που αιωρείται (αλλά δεν τεκμηριώνεται) σχετικά με τη σύγκρουση συμφερόντων, είναι πως υπήρχε υπερβολική χαλαρότητα, μεγάλη απροσεξία και ανεπαρκής έλεγχος στις αποφάσεις της διεύθυνσης. Στην περίπτωση των τραπεζών, όπου η χρηματοδότηση των δανείων γίνεται με ξένα χρήματα (των καταθετών), αυτά αποτελούν θανάσιμες αμαρτίες.

Στο κενό 384 εκατ. ευρώ για τη Μαρφίν
Στα 384 εκατ. ευρώ φτάνει η έκθεση της Μαρφίν Λαϊκή στην αύξηση κεφαλαίου της MIG, αφότου ληφθούν υπόψη οι διάφορες εξασφαλίσεις και αποπληρωμές που έγιναν. Η τράπεζα είχε συνολικά παραχωρήσει 724 εκατ. ευρώ για την αύξηση κεφαλαίου της MIG, χρηματοδοτώντας έτσι το 14% της συνολικής αύξησης κεφαλαίου της εταιρείας (5,2 δισ. ευρώ).

Μετά την αποπληρωμή των 122 εκατ. ευρώ και την αναχρηματοδότηση των 21 εκατ. (με επαρκείς εξασφαλίσεις), απομένει ένα κενό της τάξης των 581 εκατ. ευρώ, που αποτελεί το 80% της αρχικής χρηματοδότησης.

Η έρευνα λαμβάνει υπόψη πως υπάρχουν εξασφαλίσεις σε ρευστό, ύψους 29 εκατ. ευρώ, ενώ από τα 581 εκατ. ευρώ, τα 3,5 είχαν παραχωρηθεί στον κ. Γιαννίκο (Alter) και τα 37 εκατ. στην Koumbas, τα οποία αποτελούν αντικείμενο άλλου κεφαλαίου της έρευνας. Έτσι, το συγκεκριμένο κεφάλαιο επικεντρώνεται μόνο στα δάνεια ύψους 511 εκατ. ευρώ τα οποία απομένουν μετά την εξαίρεση των δανείων Γιαννίκου και Koumbas. Από αυτά, εξασφαλίσεις υπάρχουν μόνο για τα 127 εκατ. ευρώ. Το κενό, όπως προκύπτει, είναι 384 εκατ. ευρώ, τις απώλειες από τα οποία εκτιμούσε σε δική της έκθεση η PWC κατά τον χρόνο σύνταξης της έκθεσης.

Πάντως, πρέπει να σημειωθεί πως η τράπεζα έλαβε την απόφαση για παραχώρηση των δανείων μετά από πρόταση της Επιτροπής Χορηγήσεων, επικεφαλής της οποίας ήταν τότε ο κ. Βγενόπουλος. Πέρα από το γεγονός, όμως, πως η τράπεζα έμεινε εκτεθειμένη κατά 384 εκατ. ευρώ, κυρίως λόγω των ανεπαρκών εξασφαλίσεων, και άλλοι όροι των δανείων φαίνεται πως ήταν εξαιρετικά χαλαροί έως και απερίσκεπτοι: Αποπληρωμή σε 3 με 5 χρόνια, bullet payments αντί για ομαλή αποπληρωμή, και ποσοστό κάλυψης άνω του 100% της αξίας

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s