Τι (δεν) έγινε στην Ερευνητική…

Η εικόνα που έχει σχηματιστεί γύρω από την Ερευνητική Επιτροπή για την οικονομία, ιδίως μετά από τις συνεχείς αποχωρήσεις και παραιτήσεις αλλά και τα πολλά ερωτηματικά σχετικά με τους όρους εντολής της, δικαιώθηκε για άλλη μια φορά από την τελευταία κατάθεση που έγινε ενώπιόν της. Η κατάθεση του τέως Ανώτατου Εκτελεστικού Διευθυντή της Τράπεζας Κύπρου, Ανδρέα Ηλιάδη, δεν μπόρεσε να πείσει, όχι μόνο διότι η ίδια η κατάθεση ήταν ημιτελής και συχνά εκτός θέματος, αλλά και διότι η Ερευνητική Επιτροπή απέτυχε να θέσει στον κ. Ηλιάδη μερικά από τα πιο καυτά ερωτήματα.

Ακόμα και ο ίδιος ο κ. Ηλιάδης δικαιούται να έχει παράπονο αφού δεν κατάφερε σε καμία περίπτωση να πείσει, κυρίως διότι τα βασικά ερωτήματα δεν τέθηκαν.

Η βασική θέση του κ. Ηλιάδη κατά τη διάρκεια της κατάθεσής του, που κράτησε πάνω από τέσσερις ώρες, ήταν πως οι αποφάσεις αποτέλεσαν αντικείμενο συλλογικής διαδικασίας αποφάσεων και δεν ήταν προσωπικές δικές του. Τόσο στις ερωτήσεις για την αγορά ομολόγων, όσο και σχετικά με άλλες αποφάσεις, όπως το ύψος των μπόνους, αλλά και σε άλλα θέματα, η απάντηση του κ. Ηλιάδη ήταν πως οι αποφάσεις «περνούσαν» από επιτροπές όπως την Alco και την Επιτροπή Κινδύνου, όπως και από το ίδιο το ΔΣ.
Erevnitiki
Ωστόσο, μόνο μετά το δεύτερο διάλειμμα της όλης διαδικασίας τέθηκε το ερώτημα κατά πόσον ο ίδιος ο κ. Ηλιάδης ασκούσε άτυπο αλλά πλήρη έλεγχο σε αυτές τις αποφάσεις. Ακόμα και τότε η όλη σειρά των ερωτήσεων βασίστηκε στην σχετική Έκθεση Τσολάκκη, την οποία με μεγάλη ευκολία μπορούσε να αποδομήσει ο τέως CEO της τράπεζας, σημειώνοντας πως, μετά τις παρεμβάσεις που έγιναν στην Τράπεζα, ο κ. Τσολάκκης συνέταξε την έκθεσή του κάτω από την Δαμόκλειο Σπάθη της απόλυσής του.

Έτσι, και αφού δεν ερωτήθηκε σε καμία περίπτωση για την δική του τοποθέτηση ή κατά πόσον ο ίδιος συμφωνούσε με τις σχετικές αποφάσεις, ο κ. Ηλιάδης φάνηκε εκτεθειμένος από το γεγονός ότι κρυβόταν πίσω από τις διαδικασίες και τις επιτροπές, οι οποίες ήταν υπό τον δικό του έλεγχο, είτε άμεσα είτε έμμεσα. Και, αφού δεν ερωτήθηκε επαρκώς για τις δικές του θέσεις σχετικά με τις εν λόγω αποφάσεις, ο κ Ηλιάδης ήταν δεν είχε την ευκαιρία να πείσει- αν μπορούσε.

Πιο σημαντικό για την όλη διαδικασία, όμως, ήταν το κενό που έμεινε από πλευράς της Επιτροπής. Η πιο μεγάλη από τις πληγές της τράπεζας, η οποία μάλιστα πιο άμεσα από οτιδήποτε άλλο απειλεί την επιβίωσή της, δεν ήταν ούτε τα προσωπικά δάνεια του κ. Ηλιάδη, ούτε τα μπόνους, ούτε ακόμα και το Ταμείο Πρόνοιας του κύριου Ηλιάδη. Το μεγαλύτερο πρόβλημα, μια ανοικτή πληγή από την οποία η τράπεζα ακόμα αιμορραγεί, είναι τα μεγάλα ανοίγματα που έγιναν σε ένα μικρό κύκλο επιχειρηματιών (κυρίως αλλά όχι αποκλειστικά στον τομέα της ανάπτυξης γης). Αυτά τα δάνεια, ύψους περίπου 2 δισ. ευρώ, είναι σήμερα προβληματικά.

Η τράπεζα εκτέθηκε σε ένα μικρό αριθμό επιχειρηματιών με τρόπο αλόγιστο, γεγονός που δημιούργησε ρίσκο συγκέντρωσης. Ακόμα χειρότερα, η τράπεζα παραχώρησε αυτά τα δάνεια σε συνδεδεμένα πρόσωπα με έμμεση και πολλές φορές άμεση σχέση με άτομα που ήταν μέλη του ΔΣ της τράπεζας. Η διαχείριση αυτών των ενεργητικών του Συγκροτήματος, όμως, δεν τέθηκε ποτέ ενώπιον του κ. Ηλιάδη, και ένα μεγάλο ερωτηματικό συνέχισε να πλανάται μετά το πέρας της διαδικασίας, αφού η Επιτροπή καταπιάστηκε με γενικές αναφορές, όχι όμως με το μεγαλύτερο ζήτημα της τράπεζας.

Επιπλέον, ο κ. Ηλιάδης δεν ρωτήθηκε για ένα άλλο καυτό ζήτημα, που αφορά στο ύψος των αναγκών της τράπεζας. Ως γνωστό, μέχρι και μερικές ημέρες πριν από την τελική ανακοίνωση πως οι ανάγκες ανακεφαλαιοποίησης της τράπεζας έφταναν στο μισό δισ. ευρώ, ΜΜΕ και Ετήσια Γενική Συνέλευση, έμειναν με την εντύπωση πως οι ανάγκες ήταν 200 εκατ. ευρώ και όχι 500. Ωστόσο, αυτό το μέγα ερώτημα, πώς προέκυψε μια τόσο μεγάλη διαφοροποίηση την υστάτη, αλλά και κατά πόσον υπήρξε παραποίηση στοιχείων, δεν απασχόλησε καθόλου την Επιτροπή.

Το θέμα δεν είναι μόνο ποινικό, κάτι που θα μπορούσε να πει πως ανάγκασε την Επιτροπή να αποφύγει το θέμα. Το θέμα αφορά και στον τρόπο διαχείρισης των αναγκών κεφαλαιοποίησης της τράπεζας.

Την ίδια ώρα, διαφάνηκαν πολλά κενά στην όλη διαδικασία, προφανώς διότι μέλη της Επιτροπής δεν είχαν την απαιτούμενη ενημέρωση πριν από την διαδικασία. Σε ερώτηση του κ. Πική σχετικά με προειδοποίηση της Κεντρικής Τράπεζας για την «επικινδυνότητα» των ελληνικών ομολόγων. Από την αντίδραση της Επιτροπής στην απάντηση Ηλιάδη, διαφάνηκε πως ο πρόεδρός της δεν είχε πλήρη εικόνα για την διαφορά των κινδύνων που αφορούν στην ρευστότητα, από τους κίνδυνους που αφορούσαν στο κούρεμα.

Είναι ξεκάθαρο πως η Επιτροπή χρειάζεται καλύτερη ενημέρωση πριν από τις καταθέσεις. Το γεγονός ότι οι διευκρινιστικές ερωτήσεις δεν είναι, ούτε πιεστικές ούτε, πολλές φορές επί της «δύσκολης» ουσίας, μάλλον προκαλεί ανησυχία για την τελική έκβαση της όλης διαδικασίας. Δεν μπορεί, για παράδειγμα, να τίθεται η ερώτηση «πότε αγόρασε ομόλογα η Τράπεζα Κύπρου», αφού είναι σαν να ερωτάται ένας πολίτης «πότε αγόρασες καύσιμα για το αυτοκίνητο». Η απάντηση είναι «κάθε λίγες ημέρες» και δίνεται η εντύπωση -έστω κι αν είναι λανθασμένη- πως δεν υπάρχει πλήρης αντίληψη από πλευράς της Επιτροπής.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s