Το Reichsland και το Βαρώσι…

Όταν τα σχέδια του Βίσμαρκ να «πρωσσοποιήσει» τη Γερμανία και να κηρύξει το δεύτερο Ράιχ έφταναν στην ολοκλήρωσή τους, τέθηκε ξαφνικά ένα ζήτημα που δεν είχε προβλέψει κανένας. Με τα σύνορα του νέου Ράιχ και της Γαλλίας να αποτελούνται κυρίως από περιοχές του Μπάντεν και της Βαυαρίας, οι Γερμανοί θα έπρεπε να κτίσουν τις άμυνές τους κατά των Γάλλων μέσα στα δύο κρατίδια που είχαν σημαντική αυτονομία, μεταξύ άλλων και στρατιωτική.

Έτσι οι στρατηγοί του Βίσμαρκ επέμεναν πως θα πρέπει να αποκτηθεί η Αλσατία και η Λορένη, να κηρυχθούν «γη του Ράιχ» (Reichsland) και να διοικούνται από το Βερολίνο. Θα απέφευγαν μία μακρά και δύσκολη διαπραγμάτευση με τα κρατίδια, που, μάλιστα, ήταν εχθροί της Πρωσίας μόλις τέσσερα χρόνια πριν από τον πόλεμο.

Η απόφαση λήφθηκε από τον Κάιζερ. Βοήθησε το γεγονός ότι η περιοχή είχε γερμανικούς πληθυσμούς. Ακόμα περισσότερο βοήθησε και το γεγονός ότι η Αλσατία ήταν πλούσια σε ορυκτά στρατηγικής σημασίας, ενώ τα γερμανικά κρατίδια δέχτηκαν το Reichsland, διότι πριν από τον πόλεμο ο Βίσμαρκ είχε καταφέρει να τους πείσει πως η απειλή δεν ερχόταν από το πρωσικό Βερολίνο, αλλά από το Παρίσι. Αποκτούσαν, έτσι, μία «λωρίδα ασφαλείας» από τους Γάλλους.

Kanzler des deutschen ReichesΟ ίδιος ο Βίσμαρκ ήταν φανατικά αντίθετος με την προσάρτηση της Αλσατίας. Αυτή ήταν η πρώτη του πραγματική πολιτική ήττα, αφού επέμενε πως η έχθρα με τη Γαλλία θα έπρεπε να ακολουθήσει το μοντέλο του πολέμου με την Αυστρία: Διαφωνούμε, πολεμούμε για να λύσουμε τις διαφορές μας, και μετά μπορούμε να συνυπάρξουμε αρμονικά, έχοντας αφήσει τους στρατούς να αποφασίσουν ό,τι δεν αποφάσιζαν οι διπλωμάτες. Είχε, φυσικά τον πιο ισχυρό στρατό, και το ήξερε. Αλλά είχε επίσης απόλυτη ανάγκη την ευνοϊκή στάση των Γάλλων απέναντί του στο μέλλον, διότι ο μεγαλύτερος του φόβος ήταν ένας πόλεμος σε δύο μέτωπα εναντίων των Γάλλων προς τα δυτικά και των Ρώσων προς τα ανατολικά.

Κι αυτό, διότι ήξερε πως, έχοντας αρπάξει την Αλσατία, εξασφάλιζε πως κάποια στιγμή η νεαρή Γερμανία θα έπρεπε να πολεμήσει ξανά για χάρη αυτής της περιοχής.

Οι συνομιλίες που αρχίζουν πάλι για επανένωση της Κύπρου έχουν αναθερμάνει μία παλιά συζήτηση σχετικά με τις ιθαγένειες, τα κατάλοιπα εξουσίας, την εκχώρηση κυριαρχίας και τη δομή του Συντάγματος. Η όλη συζήτηση βασίζεται στο κατά πόσον η όποια λύση θα επιτρέπει στους Τουρκοκύπριους να εγκαταλείψουν την ενοποιημένη Κύπρο και να φύγουν. Γι’ αυτό εξάλλου και λογικά επιθυμούν πολλοί τον περιορισμό των εξουσιών που θα έχουν τα συνιστώντα κρατίδια.

Μέσα σε αυτή τη συζήτηση όμως, βγαίνει στην επιφάνεια μία βασική υπόθεση εργασίας που κάνουμε όλοι μας: Υποθέτουμε, εκ των προτέρων, πως οι Τουρκοκύπριοι θα θέλουν κάποια στιγμή να φύγουν από την ενοποιημένη Κύπρο, να γίνουν ανεξάρτητο κράτος και να προχωρήσουν μόνοι.

Αν αυτό πιστεύουμε, τότε δεν υπάρχει κανένας λόγος να λύσουμε το Κυπριακό.

Αν θέλουν, πράγματι, να φύγουν κάποια στιγμή, τότε δεν υπάρχει ούτε συνταγματική πρόνοια, ούτε περιορισμός εξουσιών, ούτε στέρηση κυριαρχίας, ούτε κανένας άλλος νομικός τρόπος να αποτραπεί αυτό το ενδεχόμενο. Αν θεωρούμε πως θα θέλουν να φύγουν, τότε οι επιλογές είναι διχοτόμηση τώρα ή διχοτόμηση αργότερα.

Η λύση του Κυπριακού έχει λογική μόνο αν θεωρούμε πως θα θέλουμε να ζήσουμε μαζί. Ή έστω δίπλα-δίπλα. Και αν θέλουμε να συνεργαζόμαστε στο απώτερο μέλλον. Όσοι ανάμεσά μας προσβλέπουν σε μία συνύπαρξη αντιθετική, εχθρική, με μία διαλεκτική μεταξύ ενοποίησης (που θα θέλουμε εμείς) και διαίρεσης (που θα θέλουν οι Τούρκοι), είναι παράλογο να θεωρούν πως υπάρχει κάποια ρήτρα που θα μπορεί να μπει στη συμφωνία της λύσης και να αλλάξει τα δεδομένα. Ο Νικόλας Παπαδόπουλος έχει απόλυτο δίκαιο: Το ζήτημα δεν είναι καθόλου νομικό, αλλά πολιτικό.

Γι’ αυτό, τώρα που υπάρχει ακόμα έστω και λίγος χρόνος, θα πρέπει να θέσουμε το απλό ερώτημα που δεν θέσαμε στον εαυτό μας τα προηγούμενα 40 χρόνια: Θα έχουμε μία λύση από την οποία οι Τούρκοι θα θέλουν να φύγουν, η μία λύση που να οδηγεί σε συνύπαρξη; Απλή η ερώτηση, δύσκολη η απάντηση. Το σίγουρο όμως είναι πως τα Κατεχόμενα είναι σαν την Αλσατία: Αν δεν θέλει να μείνουν μαζί σου, κάποτε θα φύγουν, με τον εύκολο ή τον δύσκολο τρόπο.

Επίσης πρέπει να προχωρήσει το ΓεΣΥ (με ριζικές πάντα μεταρρυθμίσεις) και ευτυχώς που βλέπουμε ΜΔΠ. Και τα λεφτά από το γκάζι, μακριά από τους πολιτικούς.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s