Στην Κριμαία, το φάντασμα της Γιάλτας

Ο πόλεμος της Κριμαίας ήταν ένας από τους πολλούς ανόητους και αχρείαστους πολέμους του 19ου αιώνα. Βασικός του στόχος ήταν η διατήρηση του ισοζυγίου δυνάμεων στην Ευρώπη και η αποφυγή περιπλοκών από μία ενίσχυση των Ρώσων σε βάρος των Οθωμανών. Οι Ρώσοι άλλα περίμεναν και άλλα βρήκαν. Απομονώθηκαν σε μία προσπάθεια να παίξουν με τους Γάλλους και τους Αυστριακούς. Οι Γάλλοι την πάτησαν, όταν ο Ναπολέοντας Γ’ ήθελε να παίξει παιχνίδι για εσωτερική κατανάλωση. Οι Βρετανοί βρήκαν μία ευκαιρία να σκοράρουν μέσα από τη διπλωματία, αλλά έσπρωξαν όσο κανένας τον πόλεμο. Χωρίς μεγάλες ζημιές βγήκαν οι Οθωμανοί, ενώ μόνοι κερδισμένοι ήταν οι Ιταλοί του Βίκτωρα Εμανουέλε που κεφαλαιοποίησαν τη συμμετοχή τους στον πόλεμο, ενισχύοντας το κίνημα του Risorginmento (αναγέννηση) που ενοποίησε την Ιταλία.

yaltaΟ πόλεμος της Κριμαίας ήταν μία παλαβομάρα της διπλωματίας. Μάλιστα, την ώρα που οι στρατηγοί έδειχναν την ανεπάρκειά τους και οι στρατοί επιδείκνυαν πόσο ανοργάνωτοι ήταν, η μεγαλύτερη κληρονομιά του πολέμου ήταν η Φλόρενς Νάιτιγκεϊλ.

Είναι ίσως αναπόφευκτο αυτές τις ημέρες να επιστρέφει κανείς στο φιάσκο εκείνο του 1853 και στη Σύνοδο της Γιάλτας του 1945.

Σήμερα όμως το παιχνίδι έχει αλλάξει. Μετά τον πόλεμο στη Γεωργία, η Κριμαία είναι ένα άλλο κομμάτι του ρωσικού λέμπενσράουμ. Η Ουκρανία παραμένει ένα κατάλοιπο των «διευθετήσεων» που έγιναν με τη διάλυση της ΕΣΣΔ, το οποίο έπρεπε με κάποιο τρόπο να κλείσει.

Με την επιστροφή της Ρωσίας στον φυσικό της ρόλο στο διεθνές σύστημα, ήταν αναπόφευκτο πως κάτι τέτοιο θα συνέβαινε, αφού όλοι το άφηναν για παρακάτω. Από το 1990 κιόλας, ήταν προφανές πως η Ρωσία  κάποια στιγμή θα επανέλθει. Είχε τότε ειπωθεί πως η αρκούδα έγινε γατάκι. «Τα γατάκια δεν είναι αρκούδες. Αλλά αν τα γωνιάσεις, μπορούν να γίνουν τίγρεις», σχολίασε τότε ο Γιέλτσιν, ο οποίος πριν από τα μεθύσια του αντιλαμβανόταν πως δεν ήταν συστημικά πιθανή μία μακρά πτώση της Ρωσίας, ούτε υπήρχε λόγος για να θεωρεί κανείς πως οι Ρώσοι θα ακολουθούσαν μία πορεία «Βυζαντινή» με μία μακρά, ταλαίπωρη πτώση και την αναξιοπρέπεια του να λέγεται αυτοκρατορία, ενώ θα είναι ένα άσημο κράτος.

Με την παγκοσμιοποίηση, η άνοδος των BRIC ( Βραζιλία, Ρωσία, Ινδία, Κίνα) αποτελεί μία ιστορικά αναπόφευκτη εξέλιξη, όπως ήταν η άνοδος της Ρωσίας και της Αμερικής στον τον Α΄ Παγκόσμιο. Το Ισλάμ έγινε ο αναπάντεχος πόλος με επίκεντρο την ευρύτερη Μέση Ανατολή, ενώ η διαπίστωση αυτή κρύβεται πίσω από την προσπάθεια του Ομπάμα να τα βρει με το Ιράν έστω κι αν αυτό ενοχλεί τους παραδοσιακούς του σύμμαχους στη Σαουδική Αραβία. Με τη σειρά της, η Κίνα έχει τα μεγέθη, αλλά και την εθνική μνήμη (πέρασε πολλά στα χέρια της Δύσης) που τη σπρώχνουν προς έναν νέο «ψυχρό πόλεμο» με τις ΗΠΑ, σε μία προσπάθεια παρόμοια με της Ρωσίας να εδραιωθεί ως πόλος. Πέρα από τη στρατιωτική της άνοδο, η Κίνα ήδη ελέγχει το δολάριο, έστω κι αν είναι εκτεθειμένη σε αυτό.

Η Ευρώπη, της οποίας ο χάρτης μοιράστηκε στην Κριμαία με τη Σύνοδο της Γιάλτας, κατάλαβε αμέσως το παιχνίδι, από το 1990. Γι’ αυτό και είχε ειπωθεί πως το Μάαστριχτ αποτελούσε ένα ξήλωμα (κατά κάποιους και εκδίκηση) για τη Γιάλτα. Αν ο Ντελόρ το σκέφτηκε, ο Μιτεράν και το Χέλμουτ Κολ το ενστερνίστηκαν. Γι’ αυτό και οι καινοτομίες του Μάαστριχτ δεν ήταν μόνο η σύλληψη του ευρώ, αλλά και η πρώτη επιτυχής κίνηση για να συλληφθεί και η κοινή εξωτερική πολιτική και για εσωτερική «ιθαγένεια» και δικαιοσύνη, που είναι ακόμα στη μήτρα.

Αν ο πόλεμος του 1853 έγινε για να διατηρηθεί το ισοζύγιο δυνάμεων, η σημερινή κρίση γίνεται για να δημιουργηθεί ένα τέτοιο ισοζύγιο. Αν τότε το ευρωκεντρικό σύστημα ήθελε μία ισορροπία μεταξύ των δυνάμεων, πλέον το παγκοσμιοποιημένο σύστημα, με την οικονομία στο επίκεντρο του, απαιτεί ενοποίηση της Ευρώπης για να  μπορεί να ανταποκριθεί στις προκλήσεις.

Πολύ περισσότερο από την οικονομική κρίση η αργή, σταδιακή και αναπόφευκτη άνοδος άλλων πόλων στο σύστημα απαιτεί περισσότερη ενοποίηση. Χωρίς αυτή, τόσο γεωπολιτικά όσο και οικονομικά, τα ευρωπαϊκά κράτη θα παραμείνουν αθωράκιστα μπροστά στις νέες ισορροπίες. Ήδη η παγκοσμιοποίηση γίνεται αισθητή από τα ευρωπαϊκά νοικοκυριά και ήδη το ακραίο Ισλάμ έφτασε στις συριακές ακτές απέναντι στην Κύπρο και στη συριακή μεθόριο με την Τουρκία.

Ενώ στην Ευρώπη αναζητείται ένας Ντελόρ που να οδηγήσει την Ε.Ε. προς μία συλλογική αντιμετώπιση των αλλαγών που γίνονται –και θα συνεχιστούν– στο διεθνές σύστημα, στην Κύπρο αναζητείται λόγος και διάλογος για τη δική μας θέση σε αυτή την εικόνα. Η ρήξη Ρωσίας-Ε.Ε., η οποία μας προκαλεί αμηχανία, δεν θα τελειώσει, ούτε με το δημοψήφισμα, ούτε με τις κυρώσεις. Θα σοβεί για χρόνια μέχρι να βρεθεί (με τον ένα ή τον άλλο τρόπο) ένα μόντους βιβέντι.

Όλα αυτά θεωρούνται απόμακρα, άσχετα, και δευτερεύοντα στην Κύπρο. Ανησυχούμε παραπάνω με ανασχηματισμούς, με διασπάσεις κομμάτων, με παραιτήσεις αξιωματούχων, με οικονομικά συμφέροντα των λίγων. Όπως όμως το 1974 την πατήσαμε –με αρκετό ανθρώπινο πόνο– διότι δεν βλέπαμε τι γίνεται στο σύστημα, ένας παρόμοιος κίνδυνος σοβεί εδώ και καιρό γύρω μας.

Επίσης, πρέπει να περάσει ένα σοβαρό ΓεΣΥ και να τελειώσει το ΜΔΠ. Και τα λεφτά από το γκάζι, μακριά από τους πολιτικούς. Για να μην ξεχνιόμαστε…

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s