Κοντέινερ, σιτάρια και Cosco…

Όλες οι εισαγωγές σιτηρών απαγορεύτηκαν στη Βρετανία το 1813 με τον Περί Σιτηρών Νόμο. Στα 80 σελίνια το κάρτο (περίπου 220 κιλά), τα σιτηρά κρατήθηκαν σε μία τιμή που θεωρήθηκε από τους ειδικούς ως «δίκαιη» και «σωστή». Με τη μείωση των τιμών, είχε θεωρηθεί πως θα μειωθούν τα ενοίκια και οι μισθοί των εργατών, με κίνδυνο να δεχτούν μεγάλο πλήγμα και οι βιομήχανοι, αφού οι εργάτες δεν θα είχαν χρήματα για να αγοράζουν τα προϊόντα τους.

Έτσι οι βρετανοί πέρασαν τρεισήμισι δεκαετίες με ακριβό ψωμί και πλήρη διάβρωση των εισοδημάτων των εργαζομένων, οι οποίοι έμειναν εγκλωβισμένοι στη χωρίς προοπτικές δουλειά στα κτήματα των τσιφλικάδων. Δεν ήταν μόνο οι νόμοι που ακολούθησαν το τέλος των Ναπολεόντειων πολέμων το 1815, με τους οποίους απέφυγαν την πτώση των τιμών στο ψωμί – ήταν επίσης και οι άσχημες σοδειές του 1816 που οδήγησαν σε μαζική πείνα και λιμό.

Χρειάστηκε ως το 1850 για να σταματήσουν αυτές οι παράνοιες και να ανοίξει η αγορά των σιτηρών. Από τότε, η μέση τιμή έπεσε στα 52 σελίνια από τα 80. Ναι, οι μισθοί μειώθηκαν και ο κόσμος οδηγήθηκε στις πόλεις, όπου οι στρατιές των προλετάριων σόκαραν τον διάδοχο των βιομηχανιών του Έγκελς και τον φίλο και τρόφιμό του ονόματι Καρλ Μαρξ με την κατάσταση στην οποία ζούσαν.

 

Η εμπειρία όμως έδειξε πολλά πράματα. Πρώτο, ο περιορισμός του εμπορίου βόλευε μόνο τους γαιοκτήμονες και κανέναν άλλο. Αυτοί έλεγχαν την κυβέρνηση, κι αυτοί μάζευαν τα κέρδη. Δεύτερο, η υπόλοιπη οικονομία (δηλαδή ο κόσμος) υπέφερε με τις υψηλές τιμές των τροφίμων.

Τρίτο και εξαιρετικά σημαντικό ήταν πως οι φρικτές συνθήκες εργασίας αλλά και διαβίωσης δεν ήταν ανάγκη να είναι τόσο άσχημες. Χρειάστηκαν πολλά χρόνια, και ιδίως ως τη Μεγάλη Ύφεση, αλλά ο κόσμος της βιομηχανίας ανακάλυψε (σοκ!) πως με καλύτερες συνθήκες και όρους εργασίας, δεν έχαναν τα κέρδη τους. Αυτό ακόμα το μαθαίνουν, κι αυτό είναι σχετικό με τα δικά μας σήμερα στην Κύπρο. Η απελευθέρωση της αγοράς πρέπει να συνοδεύεται και με έλεγχο: Στην ποιότητα των αγαθών, μεν, αλλά και στις συνθήκες της απασχόλησης.

Αντίστοιχα (και όχι άσχετα), αυτή η στήλη πάντα επέμενε πως η εποπτεία και η ποιότητά της θα είναι το πιο σημαντικό στοιχείο που θα κρίνει κατά πόσον οι ιδιωτικοποιήσεις θα είναι επιτυχία ή φιάσκο. Χωρίς ταυτόχρονη ενίσχυση των θεσμών, οι ιδιωτικοποιήσεις, τις οποίες υποστηρίζουμε, μπορεί να αποδειχτούν ακόμα και καταστροφικές.

Πάνω από όλα, όμως, οι Περί Σιτηρών Νόμοι αποτελούν ένα ακόμα από τα πολλά παραδείγματα που αποδεικνύουν πόσο εκτός τόπου είναι οι θεωρίες που βλέπουν την οικονομία ως στατική, με σχεδόν μαλθούσιες προοπτικές παραγωγής.

Τα επιχειρήματα που έβλεπαν πως η βιομηχανία θα έχανε από το φθηνότερο φαγητό επειδή οι μισθοί θα μειώνονταν, βασιζόταν στην υπόθεση πως η οικονομία ήταν σταθερή σε μέγεθος. Η όλη προσπάθεια του ελεύθερου εμπορίου και της μείωσης του κρατισμού και του προστατευτισμού, όμως, είναι άλλη. Ενώ η συζήτηση γίνεται σχετικά με το πώς θα μοιραστεί η πίτα, σπάνια ασχολούνται οι πλείστοι με το πώς θα μεγαλώσει η πίτα.

Αυτό ακούμε και για τις ιδιωτικοποιήσεις. Στην περίπτωση των λιμανιών, η εικόνα είναι πολύ έντονη: Δεν γίνονται επενδύσεις, δεν υπάρχει προοπτική, η πίτα είναι δεδομένη και αν φτάνει στην Κύπρο ένας χ όγκος φορτίων, τότε αυτός ο όγκος θα πρέπει να δώσει κέρδη και μισθούς για όλους τους εμπλεκόμενους.

Την ίδια ώρα, στον Πειραιά γίνεται χαμός. Η πίτα έχει υπερδιπλασιαστεί με την ιδιωτικοποίηση, διότι οι επενδυτές είχαν ως στόχο και ως στρατηγική τους να αξιοποιήσουν τον Πειραιά για να βγάλουν κέρδη. Και, για να βγάλουν κέρδη, θα πρέπει να πάνε καλά οι δουλειές τους.

Οι προκυμαίες της Cosco είναι πολύ μεγαλύτερες από εκείνες του δημοσίου, αλλά απασχολούν 270 άτομα έναντι 1.300 στις προκυμαίες του δημοσίου. Προφανώς, έχουν χαθεί θέσεις εργασίας. Την ίδια ώρα, όμως, οι εκτιμήσεις κάνουν λόγο για 900 εκατ. ευρώ όφελος και για 9.000 θέσεις εργασίας που προκύπτουν από την αλματώδη επέκταση του λιμανιού και των εργασιών του, το οποίο είναι το «πιο ραγδαία αναπτυσσόμενο στον κόσμο», όπως αναφέρουν με αγωνία οι Ολλανδοί στις δικές τους αναλύσεις. Ανησυχούν για το Ρόττερνταμ.

Η όλη προσπάθεια δεν έχει σχέση τόσο με το πώς θα μοιραστεί η πίτα, αλλά με το πιο συνηθισμένο, καθημερινό θαύμα της οικονομίας: Με το μοίρασμα να πολλαπλασιαστεί. Οι οικονομολόγοι το ονομάζουν «παραγωγικότητα», κάτι που εκτός από τους αγρούς της Βρετανίας του 1850, μπορούμε να το δούμε κι αυτό στο Πειραιά: Από 12 κοντέινερ την ώρα, σήμερα εξυπηρετούνται (πιο φθηνά από πριν) 44 κοντέινερ την ώρα. Οι κινέζοι μάλιστα επένδυσαν περισσότερα στις υποδομές από ό,τι υποχρεούνται βάσει των συμβολαίων. Ο προστατευτισμός της εμποροκρατίας εξυπηρετούσε τους λίγους, αλλά η υπόλοιπη οικονομία έπρεπε να πληρώσει. Κι αυτή η σκέψη θα πρέπει να κατευθύνει την όλη διαδικασία των ιδιωτικοποιήσεων.

Επίσης, πρέπει να προχωρήσει ένα σοβαρό ΓεΣΥ και να εκπονηθεί ΜΔΠ. Και τα λεφτά από το γκάζι, μακριά από τους πολιτικούς.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s