Το βάρος στη Γιωρκάτζη για bad bank

Η δημιουργία κακής τράπεζας («τράπεζα επενδύσεων», «κυπριακή NAMA», «τράπεζα αναδιάρθρωσης ενεργητικών» ή όπως αλλιώς μπορεί να την αποκαλέσει κανείς) αποτελούσε, εξαρχής, ίσως την πιο προφανή επιλογή για την Κύπρου. Με μία τέτοια κίνηση, θα μπορούσαν τα προβληματικά ενεργητικά (κυρίως μη εξυπηρετούμενα δάνεια) να απομονωθούν σε μία οντότητα, η οποία από τη στιγμή που θα είχε ως στόχο της την απομείωση των ενεργητικών, δεν θα είχε λόγο να διατηρεί κεφαλαιακή επάρκεια. Έτσι, δεν θα μεταφερθεί μεγάλο κεφάλαιο στην κακή τράπεζα, γεγονός που θα επιτρέψει στην Κύπρου να ανασάνει.

Αυτή τη στιγμή η τράπεζα αντιμετωπίζει ένα παράδοξο: Ενώ τα μεγάλα δάνεια δεν είναι εξυπηρετούμενα, στα βιβλία της είναι υπερτιμημένα. Κι αυτό, διότι, σύμφωνα με πολλές εκτιμήσεις, οι προβλέψεις που έχουν σχηματιστεί έναντί τους είναι υπερβολικά μικρές. Αυτό το σημείο έχει σχολιαστεί πολλάκις από αυτή τη στήλη. Οι προβλέψεις, όμως, θα μείωναν την κεφαλαιακή επάρκεια της τράπεζας, γι’ αυτό και υπάρχει κίνητρο για την Κύπρου να τις διατηρεί στο χαμηλότερο επίπεδο που μπορεί. Έτσι, η τράπεζα αντιμετωπίζει ένα σοβαρό αντικίνητρο στο κλείσιμο των κακών δανείων. Με τις χαμηλές προβλέψεις, και με το κλείσιμο (απομείωση, πώληση ενεργητικών ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο), η τράπεζα θα πρέπει να «παραδεχτεί» τη ζημιά στα βιβλία της.

Ωστόσο, μία μαζική πώληση σε «τιμές κρίσης» (firesale) των εξασφαλίσεων, δηλαδή κατά κύριο λόγο των ακινήτων που μπήκαν «έναντι» των δανείων, η τράπεζα θα οδηγούσε τις τιμές ακινήτων στον πάτο. Έτσι, όσο θα πουλούσε, τόσο λιγότερα θα εισέπραττε σε σχέση με τις αρχικές εκτιμήσεις των ακινήτων.

giorkatzi5Η μεταφορά των προβληματικών δανείων σε ένα απομονωμένο σχήμα, θα μπορούσε να επιτρέψει στην τράπεζα να αντλήσει έσοδα από τα προβληματικά δάνεια σε βάθος χρόνου, χωρίς να έχει την πίεση να πωλήσει εξασφαλίσεις μαζικά. Υπενθυμίζεται πως όταν έγιναν οι αρχικές σκέψεις για διαμόρφωση «κακής τράπεζας», πολλοί πολιτικοί είχαν σχολιάσει αρνητικά το ενδεχόμενο, φοβούμενοι μαζικές εκποιήσεις. Αυτό οφείλεται προφανώς σε λανθασμένη αντίληψη των δεδομένων από μέρους τους: Η μεταφορά σε μία κακή τράπεζα, επιτρέπει τη βραδύτερη εκποίηση, αφού αφαιρεί την πίεση από την τράπεζα να «παραδεχτεί» τις ζημιές. Αυτό το σημείο φαίνεται πως γίνεται πλέον κατανοητό και από τους developers.

Από την άλλη, η μεταφορά των δανείων σε μία κακή τράπεζα, προϋποθέτει «πώλησή» τους σε τιμή «έκπτωσης». Γι’ αυτό και η τράπεζα δεν θα γλυτώσει την παραδοχή της ζημιάς. Η διαφορά έγκειται στο ότι με τη διαμόρφωση μιας κακής τράπεζας, η Κύπρου θα μπορεί να «συγυρίσει» τα βιβλία της, αποδεχόμενη «μια κι έξω» τις ζημιές και αρχίζοντας εκ νέου με μειωμένα μεν κεφάλαια, αλλά με υγιές ενεργητικό. Εν τω μεταξύ, η σταδιακή απομείωση των προβληματικών δανείων θα συνεχιζόταν.

Σημειώνεται, επιπλέον, πως, αν η τράπεζα «κοστολογήσει» τα δάνεια αρκετά χαμηλά κατά την «πώλησή» τους στην «κακή τράπεζα», τότε θα δεχτεί ισχυρό πλήγμα την κεφαλαιακή της επάρκεια, παραδεχόμενη τις ζημιές. Αν, από την άλλη, τα «πωλήσει» σε υψηλή τιμή, τότε δεν θα υπάρχει περιθώριο κέρδους για να μπορεί να ελκύσει επενδυτές. Γι’ αυτό και η «συμμετοχή» της ΕΚΤ, με «αναδιάρθρωση» του μεγαλύτερου δανείου που έλαβε η τράπεζα (ELA), είναι καθοριστική για την επιτυχία μιας τέτοιας προσπάθειας. Η απόφαση είναι, σε τελική ανάλυση, αμιγώς πολιτική, με το βάρος πλέον να πέφτει στις πλάτες της κ. Γιωρκάτζη, η οποία καλείται να πείσει τη Φρανκφούρτη για ό,τι δεν κατάφερε ο προκάτοχός της. Πάντως, το γενικότερο κλίμα «υπέρ» της Κύπρου, με τις θετικές αξιολογήσεις και τις εντυπωσιακές επιδόσεις στα δημόσια οικονομικά, ανοίγουν ένα παράθυρο ευκαιρίας.

Δεν προχώρησε

Πριν από έναν περίπου χρόνο, η δημιουργία «κακής τράπεζας» μπλόκαρε στο ζήτημα του ELA. Το μεγαλύτερο όφελος για την τράπεζα, και ταυτόχρονα η μεγαλύτερη ανάσα, θα ήταν η μεταφορά στην «κακή τράπεζα» των υποχρεώσεων που κληρονόμησε η Κύπρου από τη Λαϊκή, όσον αφορά στον ELA. Αυτές ήταν τότε γύρω στα 9,8 δισ. Σήμερα είναι οριακά χαμηλότερες, στα 9,5 δισ. ευρώ.

Η λογική της μεταφοράς είναι πως, με αυτή την κίνηση θα μπορεί η Τράπεζα Κύπρου να ανασάνει, αλλά μόνο με τη βοήθεια και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Μία από τις πιο ορθόδοξες επιλογές σε αυτές τις περιπτώσεις (η οποία δοκιμάστηκε επιτυχώς σε Ισπανία και Ιρλανδία, με κάποιες διαφοροποιήσεις) είναι να μετατραπεί η υποχρέωση του ELA σε μακροπρόθεσμο ομόλογο, με σκοπό τη σταδιακή και σε βάθος χρόνου απομείωσή του, μετά από κάποιες αποπληρωμές.

Η ένσταση, τότε, ήρθε από την Κεντρική Τράπεζα, η οποία βλέπει πως ο ELA αποτελεί το μεγαλύτερο της πλέον περιουσιακό στοιχείο, αφού ανέρχεται στα 66,8% των συνολικών ενεργητικών του ισολογισμού της.

Η απομείωση του ELA και η σταδιακή διαγραφή του μέσα από τη μετατροπή του σε μακροπρόθεσμα ομόλογα (ενδεχομένως και με κρατική «εγγύηση»), θα μεταφραζόταν σε βαρύ πλήγμα για τα ενεργητικά της Κεντρικής Τράπεζας.

Πέρα από την ουσιαστική ζημιά, η οποία θα είχε βαθύτατες προεκτάσεις για την ίδια και ενδεχομένως για το κράτος, μία τέτοια επιλογή θα συνοδευόταν εμμέσως με μία βαριά παραδοχή που η Κεντρική επέμεινε να μην κάνει μέχρι σήμερα. Ότι, δηλαδή, δεν ήταν ποτέ σοφή επιλογή η παραχώρηση κατεπείγουσας ρευστότητας στη Λαϊκή, από τη στιγμή που η Λαϊκή δεν είχε απλώς πρόβλημα ρευστότητας, αλλά ήταν καταφανώς χρεοκοπημένη.

Αυτή την παραδοχή, δεν ήθελε για κανένα λόγο να την κάνει η Κεντρική, ενώ και η Φρανκφούρτη προφανώς έχει σοβαρό αντικίνητρο σε μία τέτοια επιλογή, αφού κι αυτή θα πρέπει να παραδεχτεί μία ζημιά που προέρχεται από δική της παρατυπία, αφού δεν επιτρέπεται η παραχώρηση ρευστότητας σε χρεοκοπημένα ιδρύματα.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s