Πώς ξεκουρεύονταν: Η διαδικασία

 

Άτομα και εταιρείες κατάφεραν να «σηκώσουν» ακόμα και κουρεμένα ποσά από τις τράπεζες, στα πλαίσια «διαδικασίας» που στήθηκε από συγκεκριμένα άτομα, και με εμπλοκή διάφορων ευυπόληπτων εταιρειών με παρουσία στην Κύπρο. Η κομπίνα, η οποία συνεχίστηκε για αρκετό καιρό, αφορούσε τη μεταφορά καταθέσεων εκτός Κύπρου από λογαριασμούς που είχαν υποστεί κούρεμα, έναντι αμοιβής και με διαδικασία εξπρές.

Η όλη διαδικασία στήθηκε μερικές ημέρες μετά την απόφαση του Eurogroup για κούρεμα των ανασφάλιστων καταθέσεων στις κυπριακές τράπεζες στις 15 Μαρτίου 2013, και συνέχισε τη δράση της τουλάχιστον μέχρι τις αρχές φθινοπώρου του 2013, ενώ στοιχεία δείχνουν πως το «ξε-κούρεμα» ίσως να συνεχιζόταν μέχρι και τα τέλη Νοεμβρίου. Δεν είναι δυνατή κάποια εκτίμηση των ποσών που κατάφεραν να «ξε-κουρευτούν» με αυτό τον τρόπο, αλλά η κάθε συναλλαγή αφορούσε μερικά εκατομμύρια ευρώ, με τους μάρτυρες να σχολιάζουν πως «αρκετές συναλλαγές» ολοκληρώθηκαν επιτυχώς.

Σύμφωνα με στοιχεία που κατέχει η «Κ», συγκεκριμένα άτομα προσέγγιζαν καταθέτες, προσφέροντας τους την ανάκτηση του 70% των ανασφάλιστων καταθέσεων που κατείχαν την ημέρα του Eurogroup, χρησιμοποιώντας υφιστάμενες εικονικές εταιρείες σε «ειδικούς προορισμούς», όπως τις Σεϋχέλλες, τον Παναμά και τις νήσους Φούτζι και τις Βρετανικές Παρθένες Νήσους.
gnΗ διαδικασία
Η διαδικασία αφορούσε κατά βάση σε καταθέσεις στην Τράπεζα Κύπρου μ’ ένα ποσό που αντιστοιχούσε στο 70% των ανασφάλιστων καταθέσεων της εταιρείας που κατείχαν οι «πελάτες» να μεταφέρεται ως κατάθεση σε συγκεκριμένη τράπεζα της Ελβετίας.

Με τη σύναψη συμφωνίας οι καταθέτες όφειλαν να παραχωρήσουν πληροφορίες στους παρόχους της υπηρεσίας σχετικά με την εταιρεία που κατείχε την κατάθεση: Τα ονόματα των εμπλεκομένων (directors και μετόχους), το καταστατικό, αντίγραφα των διαβατηρίων κτλ.

Στη συνέχεια, γινόταν έλεγχος για να διαπιστωθεί πως ανάμεσα στους «πελάτες» δεν συγκαταλέγονταν άτομα ή εταιρείες που για οποιονδήποτε λόγο μπορεί να ήταν σε stop list ή να εγείρουν υποψίες στις αρχές για οποιοδήποτε λόγο. Αφού εξασφαλιζόταν «έγκριση» όπως λέχθηκε, οι πελάτες μετέβαιναν για ολιγοήμερο ταξίδι σε πόλη της Ελβετίας.

Εκεί, η εταιρεία των πελατών εξαγόραζε μετά από «πρόταση που θα γινόταν» μια από τις προϋπάρχουσες εικονικές εταιρείες που είχαν εγγραφεί σε «ειδικούς προορισμούς» και θα ανοιγόταν λογαριασμός στο όνομα της εν λόγω αγορασθείσας εταιρείας.

Κρίσιμη λεπτομέρεια, είναι πως οι πελάτες θα έπρεπε σε αυτό το σημείο να αποποιηθούν κάθε δικαιώματος στις καταθέσεις που υπήρχαν στην Τράπεζα Κύπρου και ταυτόχρονα να «υπογράψουν τις σχετικές εντολές» για να γίνουν τα εμβάσματα. Ενδεχομένως, αυτές οι εντολές να αφορούσαν την εκτέλεση εικονικών συναλλαγών με προχρονολογημένα τιμολόγια που εξέδιδε η εικονική εταιρεία προς την εταιρεία των αγοραστών. Με την εκτέλεση των διατακτικών για πληρωμές, μεταφέρονταν τα χρήματα στην «ειδική εταιρεία», την οποία εν τω μεταξύ είχαν αγοράσει οι ιδιοκτήτες της κατάθεσης.

Από τις πληροφορίες που κατέχει η «Κ», από τους καταθέτες δεν ζητήθηκε η καταβολή άλλων ποσών, πέρα από την πληρωμή των δαπανών για το ταξίδι στην Ελβετία για τα άτομα που παρείχαν την υπηρεσία, συν το κόστος εξαγοράς της εικονικής εταιρείας (shell company), που κυμαινόταν γύρω στις 10.000 ευρώ.

Σύμφωνα με την πληροφόρηση που έδιναν σε δυνητικούς «πελάτες» τους, τα άτομα που έστησαν την όλη διαδικασία ζητούσαν πως ένα ποσό, που ισούται με το 2.5% της αρχικής προ-κουρέματος κατάθεσης, θα έπρεπε να παραμείνει στην Τράπεζα Κύπρου. Ο λόγος για τη διατήρηση κάποιου ποσού στην Τράπεζα Κύπρου φαίνεται πως μάλλον σχετίζεται με το γεγονός ότι ήταν αδύνατη η πλήρης διαγραφή όλων των ιχνών του κάθε λογαριασμού, και γι αυτό θα έπρεπε ένα ποσό πέραν των ασφαλισμένων 100.000 να παραμείνει στην τράπεζα ως «άλλοθι».

Μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας, το 70% της αρχικής ανασφάλιστης κατάθεσης που είχε κουρευτεί, εμφανιζόταν στους λογαριασμούς της εξαγορασθείσας εταιρείας. Αυτό γινόταν περίπου μία εβδομάδα μετά το ταξίδι στην Ελβετία.

Τότε πληρώνονταν και οι προμήθειες: Η παροχή της συγκεκριμένης υπηρεσίας πληρωνόταν με ποσό ίσο με 5% της αρχικής κατάθεσης στην Τράπεζα Κύπρου. Αυτή ήταν και η προμήθεια (βλέπε μίζα) που λάμβαναν για την εξυπηρέτηση. Σύμφωνα με τις πληροφορίες που κατέχει η «Κ», οι πάροχοι της «υπηρεσίας» δεν αναλάμβαναν τη διάσωση καταθέσεων κάτω των 500.000, αφού κάτι τέτοιο δεν ήταν συμφέρον για τους ίδιους.

Έτσι, με το 70% που λάμβανε ο καταθέτης, συν το 2.5% που θα παρέμενε στην Τράπεζα Κύπρου και το 5% της «προμήθειας» για τις υπηρεσίες, μπορεί να εντοπιστεί το 77.5% της αρχικής κατάθεσης. Δεν είναι απόλυτα ξεκάθαρο τί γινόταν με το υπόλοιπο ποσό, αλλά ένα 5% επιπλέον ήταν δεσμευμένο για να πληρωθούν οι υπηρεσίες τρίτων ατόμων που διευκόλυναν τη διαδικασία.

Υπάρχει εύλογη υποψία πως ένα άλλο μέρος του συνολικού ποσού δινόταν σε συγκεκριμένο υπάλληλο της ελβετικής τράπεζας που συμμετείχε στη διαδικασία, σε παραβίαση εσωτερικών κανονισμών της τράπεζας. Κι αυτό, διότι ενώ υπό κανονικές συνθήκες οι λογαριασμοί που ανοίγονταν στο όνομα της αγορασθείσας εταιρείας χρειάζονταν μερικές ημέρες για να ανοίξουν, στη συγκεκριμένη διαδικασία οι λογαριασμοί ανοίγονταν αυθημερόν ή την επόμενη ημέρα. Υπάρχει δε πληροφόρηση για το συγκεκριμένο άτομο εντός της ελβετικής τράπεζας που έκανε τις σχετικές διευθετήσεις.

Οι συναλλαγές, τουλάχιστον ορισμένες από τις οποίες ολοκληρώθηκαν «επιτυχώς», αφορούσαν σε «χρήματα που ήταν εντός του συστήματος στις 15 Μαρτίου», σύμφωνα με διασταυρωμένες πληροφορίες της «Κ» από πηγές που δεν σχετίζονται μεταξύ τους.

Τουλάχιστον σε μία περίπτωση, πάντως, ζητήθηκε από τον πελάτη η καταβολή άλλης «προμήθειας», ύψους 3% «για τις ανάγκες του ατόμου μας εντός της Κεντρικής Τράπεζας», ο οποίος έκανε τις διάφορες «διευκολύνσεις». Η ταυτότητα ή η ιδιότητα του συγκεκριμένου δεν κατέστη δυνατόν να εξακριβωθεί με πάσα ασφάλεια από πλευράς της «Κ». Πάντως, δεν αποκλείεται να μην υπήρχε συνέργεια από άτομο εντός της Κεντρικής κι αυτό να λεγόταν για να καθησυχαστούν οι πελάτες.

Πάντως, ως «σύνδεσμος» για το συγκεκριμένο άτομο εντός της Κεντρικής Τράπεζας, φέρεται γνωστός επιχειρηματίας, ο οποίος μάλιστα έλαβε μέρος αυτοπροσώπως σε συναντήσεις που έγιναν με καταθέτες που επιθυμούσαν να βγάλουν τα λεφτά τους από την Τράπεζα Κύπρου.

Σύμφωνα με μαρτυρίες που έχει συλλέξει η «Κ», οι πάροχοι της υπηρεσίας σχολίαζαν στους δυνητικούς πελάτες τους πως υπήρχε μεγάλη «πίεση χρόνου» για να ολοκληρωθεί η όλη διαδικασία, ενώ σημειωνόταν συχνά πως η διαδικασία όπως περιγράφεται πιο πάνω, θα μπορούσε να αλλάξει ανά πάσα στιγμή, όπως καθόριζαν οι ανάγκες της εκάστοτε συναλλαγής. Οι διαδικασίες αυτές συνεχίστηκαν για μεγάλο χρονικό διάστημα, με πράξεις να έχουν ολοκληρωθεί μέσα στο φθινόπωρο του 2013 και την τελευταία απόπειρα να σταματήσει ανεπιτυχώς στις 11 Δεκεμβρίου 2013.
Και στη Λαϊκή
Ενώ οι «υπηρεσίες» που προσφέρονταν αφορούσαν κυρίως σε καταθέσεις στην Τράπεζα Κύπρου, πληροφορίες δείχνουν πως παρόμοιες διαδικασίες είχαν γίνει και με καταθέσεις στη Λαϊκή Τράπεζα. Εκεί, οι πάροχοι βιάζονταν ακόμα περισσότερο, ενδεχομένως για να προλάβουν τους όποιους ελέγχους στα βιβλία της τράπεζας από τη διαχειρίστρια ή κάποιο άλλο έλεγχο που θα γινόταν στη Λαϊκή στα πλαίσια της διάλυσης της. Ωστόσο, στην περίπτωση της Λαϊκής δεν συνεχίστηκαν για μεγάλο χρονικό διάστημα οι διαδικασίες αυτές και φαίνεται πως «μετά από καμιά-δυο» εβδομάδες οι εμπλεκόμενοι σταμάτησαν να προσφέρουν τη συγκεκριμένη υπηρεσία για καταθέσεις στη Λαϊκή.

Φαίνεται, δε, πως στις περιπτώσεις όπου η «διάσωση χρημάτων» αφορούσε σε καταθέσεις στη Λαϊκή, γινόταν πιο συχνά (και πιο ρητά) απαίτηση καταβολής του 5% για την Κεντρική Τράπεζα. Σε αυτές τις περιπτώσεις, μάλιστα, γινόταν αναφορά σε «τέλος» που ζητούσε η Κεντρική ως θεσμός, χωρίς να γίνεται αναφορά στον «φίλο μας εντός της Κεντρικής». Αυτό γινόταν, μάλιστα, μαζί με διαβεβαίωση πως η όλη διαδικασία ήταν απόλυτα νόμιμη.
Η Κεντρική Τράπεζα
Στα πλαίσια της όλης διαδικασίας, κεντρικό ρόλο φέρεται να διαδραμάτιζε άτομο ή άτομα εντός της Κεντρικής Τράπεζας, σύμφωνα με την πληροφόρηση που λάμβαναν οι καταθέτες από τους παρόχους της υπηρεσίας.

Τουλάχιστον σε δύο περιπτώσεις, ειπώθηκε στους καταθέτες πως το όλο σύστημα ήταν μέρος της στρατηγικής που ακολουθούσε η Κεντρική Τράπεζα: «Είναι μια υπηρεσία που παρέχει η Κεντρική Τράπεζα στους καταθέτες, για να μειώσει τη ζημιά που θα υποστούν». Πάντως, από πλευράς της επίσημης Κεντρικής Τράπεζας, ειπώθηκε στην «Κ» πως τέτοιο σχέδιο δεν υπήρξε ποτέ, κάτι που είναι συμβατό και με την εκτίμηση ότι η Κεντρική δεν θα έστηνε ένα «μυστικό» σχέδιο διάσωσης καταθετών. Έτσι, αν υπήρχε η οποιαδήποτε εμπλοκή της Κεντρικής, αυτή θα αφορούσε σε άτομο ή άτομα που δρούσαν από μόνα τους, και εκτός των πλαισίων της νομιμότητας ή του επίσημου θεσμού.

Ωστόσο είναι πιθανό να μην είχε συμμετοχή κανένας εντός της Κεντρικής, παρόλο που φαίνεται πως η Αγία Παρασκευή δεν ήταν εντελώς ανυποψίαστη για την ύπαρξη τέτοιας κομπίνας. Πάντως, η πιο ισχυρή ένδειξη για συμμετοχή της Κεντρικής προέρχεται από πληροφόρηση που έδιναν στους δυνητικούς τους πελάτες οι «διοργανωτές» της όλης επιχείρησης, γι’ αυτό και είναι πολύ πιθανόν να γίνονταν οι αναφορές στην Κεντρική με μοναδικό σκοπό να δοθεί η εντύπωση πως το εγχείρημα έχει διασφαλιστεί «εκ των έσω» και επομένως πως δεν υπάρχει ρίσκο.
Τους αναζητούν
Πρόκειται για μια εξαιρετικά σοβαρή υπόθεση, η οποία σε αντίθεση με τις μάλλον προεκλογικής φύσεως συζητήσεις και έρευνες που γίνονται, έχει σοβαρότατες ποινικές προεκτάσεις. Δεν πρόκειται για απλή έξοδο κεφαλαίων, αλλά για εσκεμμένη και μεθοδική παράκαμψη του κουρέματος.

Πριν από περίπου 8 μήνες, όταν η «Κ» είχε συλλέξει ικανοποιητικά στοιχεία για τη συγκεκριμένη υπόθεση, ενημέρωσε τα υπουργεία Οικονομικών και Δικαιοσύνης. Μας αναφέρθηκε τότε πως υπήρχαν ήδη φήμες και υποψίες για τέτοιες πράξεις και πως γινόταν προσπάθεια από τις αρμόδιες αρχές για να εντοπιστούν και να συγκεντρωθούν στοιχεία που να οδηγήσουν τους υπεύθυνους στη δικαιοσύνη.

Κάτι τέτοιο είναι εξαιρετικά δύσκολο χωρίς μαρτυρία, ενώ είναι βέβαιο πως μέρος της όλης διαδικασίας θα πρέπει να είχαν και τα τμήματα πληροφορικής ή τουλάχιστον κάποιος ή κάποιοι που είχαν πρόσβαση στα συστήματα πληροφορικής των εμπλεκομένων τραπεζών. Όπως προκύπτει, είναι εξαιρετικά δύσκολο να εξασφαλιστεί μαρτυρία.

Το μόνο σίγουρο, που προκύπτει τόσο από τα στοιχεία όσο και από πληροφόρηση, είναι πως η όλη κομπίνα δεν ήταν δυνατόν να γίνει χωρίς να «πειραχτούν» τα λογισμικά και δη οι servers, τουλάχιστον των εμπλεκόμενων τραπεζών και ενδεχομένως και της Κεντρικής. Το γεγονός, δε, πως γινόταν «πείραγμα» των ηλεκτρονικών στοιχείων, από μόνο του καθιστά εξαιρετικά δύσκολη τη διαλεύκανση της υπόθεσης.

Το γεγονός ότι τα χρήματα εξαφανίζονταν μετά το κούρεμα εγείρει επίσης πολλές απορίες για τον τρόπο δράσης στο όλο εγχείρημα, αφού το γεγονός αυτό συνεπάγεται πως υπήρχαν λανθασμένοι υπολογισμοί στο κούρεμα, το οποίο έλαβε υπόψη χρήματα που στη συνέχεια εξαφανίστηκαν από το σύστημα.

Υπάρχουν μαρτυρίες πως στο στήσιμο του κόλπου εμπλέκονταν και δικηγορικά γραφεία μεγάλης εμβέλειας.

 

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s