Η διαφθορά ως απαραίτητο στοιχείο της κυπριακής οικονομίας

Κάθε χρόνο οι επιχειρήσεις πληρώνουν 30 διαφορετικούς φόρους και εισφορές που απαιτούν 147 ώρες για συμμόρφωση. Για μια οικοδομική άδεια απαιτούνται 9 διαφορετικές αιτήσεις που χρειάζονται 677 ημέρες για να ολοκληρωθούν. Για την μεταβίβαση τίτλου ιδιοκτησίας, απαιτούνται 5 αιτήσεις που χρειάζονται ένα μήνα να ολοκληρωθούν και στοιχίζουν 10.3% της αξίας της περιουσίας. Οι 5 διαφορετικές διαδικασίες που χρειάζονται για την αίτηση εγκατάστασης ηλεκτρικού ρεύματος, παίρνουν 247 ημέρες. Η διεκπεραίωση εμπορικής διαφοράς από τα δικαστήρια χρειάζεται 677 ημέρες και 43 διαφορετικές διαδικασίες. Αυτά είναι τα στοιχεία που συνέλλεξε ο CIPA.

Την ίδια ώρα, εκκρεμούν ίσως 130.000 τίτλοι ιδιοκτησίας. Το κτηματολόγιο καταγράφει ως αξία ακινήτων μια τιμή που αποκλίνει από την τιμή πώλησης κατά 7%, αλλά δεν είναι σαφές πώς το κτηματολόγιο αποφασίζει το πόσο έξω έπεσε η αγορά. Στον έφορο εταιρειών είναι εγγεγραμμένες περίπου το 30% των εταιρειών.

Και, είναι μάλλον περιττό να περιγράψει κανείς την μανία με την οποία μπαίνουν τα λεγόμενα «μέσα» για μια θέση που περνά από το δημόσιο.

Και, ναι, οι τραπεζίτες και συγκεκριμένοι επιχειρηματίες λειτούργησαν ως chaebol (ως κοινοπραξία) μεταξύ τους με καταστροφικά αποτελέσματα για το χρηματοπιστωτικό μας σύστημα.

Κάτω από αυτό τον φακό, θα πρέπει να γίνει μια πιο προεκτική ανάγνωση της διαφοράς στην Κύπρο.

Η απαίτηση για τιμωρία των ενόχων δεν πρέπει να αποτελέσει τον μόνο φακό μέσα από τον οποίο αντιλαμβανόμαστε την διαφθορά. Η τιμωρία των ενόχων εξυπηρετεί μεν ένα σημαντικό κοινωνικό ρόλο, την ίδια στιγμή όμως δεν προσφέρει απαντήσεις που να λύνουν το πρόβλημα διαχρονικά και να εξασφαλίζουν πως το ίδιο φαινόμενο δεν θα επαναληφθεί.

Όσο το σύστημα εξαρτάται από την διαφθορά για να λειτουργήσει αποτελεσματικά, η τιμωρία θα είναι ανίκανη να λειτουργήσει ως μέσο αποτροπής. Εξάλλου, η εμπειρία μας με τη διαφθορά είναι τέτοια, που οδηγεί στο συμπέρασμα πως, όχι μόνο η πολιτεία, αλλά και η κοινωνία συγχωρούν σχεδόν τα πάντα: Επιχειρηματίες καταδικασμένοι αντιμετωπίζονται με δέος, άτομα που επέφεραν τη σημερινή οικονομική κατάσταση δεν έχουν ενδοιασμούς να παρουσιαστούν δημοσίως και ταυτόχρονα πολιτικοί δεν έχουν ενδοιασμούς να εμφανιστούν μαζί τους.

Οι ετήσιες εκθέσεις της Γενικής Ελέγκτριας αποτελούν ένα μακροσκελές, καταθλιπτικό ανάγνωσμα, το οποίο ωστόσο σπάνια έως ποτέ δεν μεταφράζεται σε δράση κατά της διαφθοράς και της διαπλοκής. Η λύση στο πρόβλημα θα πρέπει να έρθει από αλλού.

Για σκοπούς καλύτερης διαχείρησης της σημερινής συζήτησης, μπορούμε να περιορίσουμε τον όρο «διαφθορά» με βάση τα αποτελέσματά της: Διαφθορά αποτελούν όλες λειτουργίες του κράτους που οδηγούν σε αποτελέσματα που είναι

1) Άδικα (δηλαδή δεν φέρνουν ίσο και αμερόληπτο αποτέλεσμα) και

2) Δεν συνάδουν με το προβλεπόμενο αποτέλεσμα βάσει των υφιστάμενων κανονισμών.

Ξέρουμε όμως, από την διεθνή βιβλιογραφία και τις πολλές αναλύσεις που έχουν ήδη γίνει, πως η διαφθορά έχει συγκεκριμένα χαρακτηριστικά και μπορεί να κατηγοριοποιηθεί σε συγκεκριμένους τύπους που έχουν αναλυθεί ήδη σε μεγάλο βάθος, τόσο από τους πολιτικούς επιστήμονες όσο και από τους οικονομολόγους.

Για σκοπούς απλότητας, μπορούμε να περιορίσμουμε σε δύο κατηγορίες τη διαφορθά ως προς τα κίνητρα του ατόμου που «εξυπηρετεί»: Απληστία και αναζήτηση ενοικίων. Η πρώτη ίσως να μην χρειάζεται πολλή εξήγηση, αφού, με την ευκαιρία που υπάρχει για χρηματισμό, πολλοί είναι εκείνοι που χωρίς ενδοιασμούς αξιοποιούν την ευκαρία που τους δίνεται για να ενισχύσουν τα εισοδήματα τους.

Η αναζήτηση ενοικίων είναι ωστόσο πολύ πιο συχνή στην Κύπρο: Με την εξυπηρέτηση που γίνεται –συχνά και χωρίς δωροδωκία- το άτομο που παρέχει ρουσφέτι αποκτά ισχύ. Ουσιαστικά το κάνει διότι μπορεί, αφού με αυτό τον τρόπο ενισχύεται ο ρόλος, ο λόγος και η επιρροή του.

Αυτό ισχύει για τους πολιτικούς, που αντιμετωπίζουν και την απαίτηση από την κοινωνία για εξυπηρέτηση, αλλά και από λειτουργούς του κράτους –όπως μέλη ΔΣ- οι οποίοι με αυτό τον τρόπο αποκτούν ενισχυμένο κοινωνικό ρόλο.

Από την πλευρά του ατόμου που δέχεται την εξυπηρέτηση, όμως, τα πράγματα είναι στην Κύπρο πιο απλά. Πρώτο, με αφετηρία μια ανάγνωση του Παράδοξου του Έλσμπεργκ, ο αποδέκτης της εξυπηρέτησης αποφεύγει την ασάφεια και την αβεβαιότητα στο τελικό αποτέλεσμα.

Αν δεν βάλεις μέσο, δεν ξέρεις πόσο καιρό θα πάρει η αίτηση σου για να εξεταστεί και δεν ξέρεις, πιο σημαντικό, αν θα εγκριθεί. Το παράδοξο του Έλσμπεργκ καταδεικνύει πως οι περισσότεροι από εμάς προτιμούμε να αναλάβουμε μεγάλο ρίσκο αν ξέρουμε ακριβώς πόσο είναι το ρίσκο, παρά να αναλάβουμε μικρό ρίσκο αν δεν ξέρουμε πόσο είναι. Αυτή η αβεβαιότητα μειώνεται μέσα από την διαφθορά.

Αυτό είναι ένα σημαντικό στοιχείο. Όσο το αποτέλεσμα είναι αβέβαιο, προτιμάς να υποβάλεις προσφορά για παράδειγμα, γνωρίζοντας πως το μέσο των άλλων είναι πιο ισχυρό, παρά να υποβάλεις χωρίς να ξέρεις αν μπήκε μέσο και πόσο «δυνατό» είναι.

Επιπλέον, με την διαπλοκή, ο «εξυπηρετούμενος» αποκτά βεβαιότητα για το αποτέλεσμα: Αν δεν γειώσεις δεν παίρνεις τη θέση ή το συμβόλαιο, όσο ικανός κι αν είσαι και όσο κι αν αυτό θα ήταν δεδομένο αν δεν υπήρχε παρέμβαση εκτός των κανόνων.

Ουσιαστικά, αναζητώντας ρουσφέτι ή άλλη εξυπηρέτηση, ο «πελάτης» εξασφαλίζει την βεβαιότητα για το αποτέλεσμα: Εξισορροπεί ένα μειονέκτημα που έχει απέναντι στους άλλους ανταγωνιστές του και εξασφαλίζει, τουλάχιστον, δίκαιη και ίση μεταχείριση χωρίς την οποία δεν μπορεί να ανταγνωνιστεί τους «αντιπάλους» του ως ίσος.

Ουσιαστικά, τα πιο πάνω μπορούν να εκφραστούν με ένα πιο απλό όρο, με βάση μαι ανάγμνωση του θεωρήματος του Coase στα οικονομικά: Η διαφθορά κάτω από τις συνθήκες που βλέπουμε στην Κύπρο, αποσκοπεί στην μείωση του κόστους συναλλαγής. Από την οπτική γωνιά του «πελάτη», η διαφθορά αυξάνει την παραγωγικότητα, μειώνει τα κόστη, εξασφαλίζει βεβαιότητα ή τουλάχιστον γνωστοποιεί το μέγεθος του ρίσκου, διευκολύνει την διαχείριση των πόρων.

Γι αυτό και είναι απαραίτητη για να γυρίσουν τα γρανάζια της οικονομίας. Χωρίς την διαπλοκή, με δεδομένες τις αναποτελεσματικότητες της κρατικής μηχανής, ο «πελάτης» παραμένει στο 

Average-and-Marginal-Cost-4Το αστείο που μαθαίνουν οι φοιτητές των οικονομικών είναι πως το λάδωμα, με δεδομένες και τις εξωτερικότητες στην «παραγωγή», βοηθά ούτως ώστε να «κυλήσει» σε ένα χαμηλότερο σημείο η καμπύλη του μέσου κόστους.

Το άγριο παρασκήνιο που βιώνουμε σήμερα σχετικά με την λεγόμενη ενδιάμεση λύση για το φυσικό αέριο, η συζήτηση και η άσκηση πίεσης από τοπικούς παράγοντες σχετικά με την αδειοδότηση καζίνο, ακόμα και η έκκληση ορισμένων επιχειρηματιών να μην κλείσουν τα ανοίγματα που έχουν οι τράπεζες απέναντι τους μέσα από μη εξυπηρετούμενα δάνεια, ισοδυναμούν ουσιαστικά με μια προσπάθεια να εξυπηρετηθούν συμφέροντα με βάση την λογική πως οι αποφάσεις δεν λαμβάνονται με προβλέψιμο τρόπο που να στηρίζεται αποκλειστικά στα αντικειμενικά δεδομένα και τους υφιστάμενους κανόνες.

Οι προβλέψιμες αποφάσεις, όμως, αποτελούν το κεντρικό γνώρισμα ενός κράτους δικαίου και ταυτόχρονα μιας «καθαρής» πολιτικής ζωής. Και, προβλέψιμα αποτελέσματα με βάση τα αντικειμενικά κριτήρια δεν βλέπουμε συχνά στην Κύπρο. Δεν ξέρει κανένας πόσο καιρό θα χρειαστεί μια αίτηση που κάνει, για παράδειγμα στο κτηματολόγιο. Δεν ξέρει ένας ξενοδόχος τί θα του επιτραπεί και τί όχι. Ο χρόνος διεκπεραίωσης αλλά και το τελικό αποτέλεσμα αποτελούν αστάθμητους παράγοντες στη προσπάθεια ενός πολίτη ή μιας επιχείρησης να ολοκληρώσουν μια διαδικασία.

Και πάλι, το παράδειγμα της πρόσληψης στο Δημόσιο αποτελεί κάτι που οι πιο πολλοί γνωρίζουμε, είτε προσωπικά είτε μέσα από τις εμπειρία φίλων και συγγενών. Δεν μπορεί ποτέ ένας υποψήφιος που κατατάγηκε πρώτος σε μια γραπτή εξέταση να γνωρίζει πως θα καταφέρει τελικά να επιτύχει στην προσπάθεια του να προσληφθεί. Το ίδιο ισχύει, παρεπιπτώντως, και με τις προσφορές στο δημόσιο, ή και αλλού, όπως στον στρατό και τις τοποθετήσεις οπλιτών και αξιωματικών.

Η διαφθορά δηλαδή η επιδίωξη ενός αποτελέσματος που δεν συνάδει με το αποτέλεσμα που μπορεί να προβλεφθεί μέσα από μια εξέταση των κανόνων που διέπουν μια απόφαση, αποτελεί σε μεγάλο βαθμό, ένα μέσο αυτοάμυνας του πολίτη και του επιχειρηματία απέναντι στην αναποτελεσματικότητα του κράτους να λειτουργήσει εντός των κανόνων και δίκαιο αποτέλεσμα –όπως τουλάχιστον το αντιλαμβάνεται ο πελάτης.

Γι αυτό και το μεγάλο ερώτημα είναι κατά πόσον μπορεί να λειτουργήσει το «σύστημα» χωρίς την διαφθορά. Τα γρανάζια μπλοκάρουν.

Ενώ η διαφθορά με κίνητρο τον χρηματισμό είναι ένα φαινόμενο παγκόσμιο, διαρκές και διαχρονικό, την ίδια ώρα το ίδιο δεν μπορεί να ειπωθεί για το ρουσφέτι που έχει ως κίνητρο την αναζήτηση ενοικίων.

Αυτό το ρουσφέτι γίνεται επιτρεπτό από τις υφιστάμενες διαδικασίες, οι οποίες μάλιστα δεν το ενισχύουν απλά, αλλά το επιβάλλουν. Το γεγονός ότι οι αιτήσεις για παράδειγμα στις πλείστες των δημοσίων υπηρεσιών δεν είναι μηχανογραφημένες, επιτρέπει το λεγόμενο «τσίλλιμα» των φακέλων. Ο άνθρωπος που θα φέρει στην κορυφή της μάτσας με τους φακέλους τον δικό σου, έχει ισχύ, ρόλο και «δύναμη». Η επικυριαρχία της χαρτούρας, ταυτόχρονα, επιτρέπει την παράκαμψη διαδικασιών, για παράδειγμα με την έγκριση ή απόρριψη αιτήσεων με μεταγενέστερες αλλαγές στους φακέλους.

Όσο πιο απρόβλεπτα είναι τα αποτελέσματα, τόσο πιο γενικευμένη είναι η διαφθορά. Η μεγάλη διακριτική ευχέρια που επιτρέπεται στο κράτος, όχι από τους κανόνες αλλά από την αναποτελεσματικότητα του, εξαναγκάζει τους πολίτες και επιχειρηματίες να απαντήσουν. Και μοναδική απάντηση που έχουν, είναι η διαπλοκή.

 

ArbitrCorrΑν δεν ξέρεις εκ των προτέρων πως μια σωστή αίτηση αποφέρει έγκριση, ή πως η πιο καλή προσφορά μεταφράζεται σε συμβόλαιο, ή πως η πιο καλή απόδοση στις εξετάσεις αποφέρει διορισμό, τότε αναγκάζεσαι να εμπλακείς στην διαπλοκή, απλώς και μόνο για να εξασφαλίσεις κάποιο βαθμό βεβαιότητας. Αυτό εννοούμε όταν λέμε πως μειώνεται το κόστος συναλλαγών.

Την ίδια στιγμή, όσο πιο πολύπλοκες είναι οι διαδικασίες, σε συνδυασμό και την ελλιπή ψηφιοποίηση η οποία διατηρεί τα ίχνη των συναλλαγών που έχουν οι επιχειρήσεις και οι πολίτες με το κράτος, τόσο πιο ψηλή είναι η διαφθορά. Αυτό το σημείο δεν μεταφράζεται σε εισήγηση για λιγότερη εποπτεία και απορρύθμιση: Αντιθέτως, το συμπέρασμα που έχει απο καιρό προκύψει μέσα από την βιβλιογραφία, είναι πως η αποτελεσματική ρύθμιση και εποπτεία δεν μπορεί να εξυπηρετηθεί μέσα από πολύπλοκες διαδικασίες, αλληλοεπικάλυψη υπηρεσιών, ασάφεια ως προς το ποιός έχει την ευθύνη για την κάθε απόφαση, και, τελικά, με την ικανότητα απόκρυψης των τρόπων και κινήτρων για την κάθε απόφαση μέσα από τις πολλές διαδικασίες.

Όσο περισσότερες είναι οι διαδικασίες, και όσο πιο ασαφής είναι ο τρόπος λήψης αποφάσεων, τόσο πιο μεγάλη είναι η αδιαφάνεια, η μητέρα της διαφθοράς.

Παρεπιμπτώντως, υπάρχουν πολλές αναλύσεις και σε γενικότερο επίπεδο που να αποδεικνύουν πως η αποτελεσματικότητα του κράτους συνδέεται ποικιλοτρόπως με την διαφθορά.

Η αποτελεσματικότητα της είσπραξης έμμεσων φόρων είναι, κι αυτή συνδεδεμένη με την διαφθορά.

Αξίζει επίσης να σημειωθεί πως πολλές μελέτες βρίσκουν «επαφή» της διαφθοράς και με τα δημοσιονομικά ελλείμματα, παρόλο που εκεί ενδεχομένως η διαφθορά να προκαλεί ελλείμματα και όχι το αντίθετο.

ComplicationCorr CorrVATΤο στοιχείο αυτό δείχνει πόσο άμεσα συνδέεται η διαπλοκή με την αποτελεσματικότητα του κράτους. Όχι μόνο της Δημόσιας Υπηρεσίας, αλλά και των ανεξάρτητων θεσμών που ασκούν εποπτεία και ρυθμιστικό ρόλο.

Όλα τα πιο πάνω οδηγούν στο συμπέρασμα πως οι κινήσεις που θα πρέπει να γίνουν για αντιμετώπιση των προβλημάτων διαπλοκής και διαφθοράς δεν μπορούν να στηρίζονται μόνο στην απαίτηση για τιμωρία ή στην επιβολή πιο αυστηρών κανόνων.

Πρώτη κίνηση δεν μπορεί να είναι άλλη από την ουσιαστική ενίσχυση των ικανοτήτων του κράτους να εξυπηρετήσει τους πολίτες. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η μηχανογράφιση του δημοσίου αποτελεί το σημείο μηδέν.

Πέρα από αυτό, όμως, θα πρέπει να υιοθετηθούν και διαδικασίες που να μην επιτρέπουν την άσκηση ευρείας και χωρίς έλεγχο διακριτικής ευχέρειας στο κράτος. Ένα παράδειγμα, σήμερα παγωμένο, αλλά απόλυτα σχετικό με την εικόνα που έχουμε, είναι η πρόσληψη στο δημόσιο. Από τη στιγμή που διαρκώς διαρρέουν τα θέματα των εξετάσεων, μια λύση θα ήταν να δίνεται μια λίστα (πχ 40 θέματα) στους υποψήφιους εκ των προτέρων και να κληρώνεται στην παρουσία τους μια επιλογή, (πχ 4 θεμάτων) αμέσως πριν την εξέταση.

Όσον αφορά στην προφορική εξέταση, θα μπορούσε να δημιουργηθεί μια εκτενής λίστα, για παράδειγμα με 50, 60 ή 100 άτομα που εξ οφίκιο να λαμβάνουν μέρος στην προφορική εξέταση, μαζί με 1 ή 2 μέλη της ΕΔΥ. Σε ένα τέτοιο σύστημα, όπου θα προέκυπτε μέσα από κλήρωση η σύσταση της κάθε επιτροπής εξετάσεων όσο το δυνατόν πιο σύντομα πριν την εξέταση, θα ήταν ανούσια η όποια προσπάθεια να «γίνει ρουσφέτι», ιδίως αν ο αριθμός των ατόμων που καλούνται σε προφορικές εξετάσεις είναι μικρότερος.

Ένα δεύτερο παράδειγμα είναι ο έλεγχος της Αδήλωτης εργασίας. Οι επιθεωρήσεις του Υπουργείου Εργασίας έδειξαν πως, από τους 7784 εργαζόμενους που κάλυψαν οι επιθεωρήσεις, το 25.5% ήταν αδήλωτοι, ενώ ανάμεσα στους αλλοδαπούς το ποσοστό αυξάνεται στο 43%. Μετά όμως από αυτή την διαπίστωση, το Υπουργείο Εργασίας, όχι μόνο απέτυχε στην λήψη μέτρων, αλλά απέτυχε και σε κάτι πολύ πιο θεμελιώδες: Μετά τις επιθεωρήσεις που κάλυψαν σχεδόν 8.000 εργαζόμενους, οι οποίες έγιναν στις εργάσιμες ώρες (πριν τις 14.30), απογευματινές επιθεωρήσεις έγιναν συνολικά μόλις 173. Σε αυτές διαπιστώθηκε πως το ποσοστό δεν είναι 25% αλλά 33%. Εκτενέστερες επιθεωρήσεις δεν έγιναν σε πιο κατάλληλες ώρες, διότι οι επιθεωρητές έπρεπε να σχολάσουν στις 14.30. Η στρέβλωση του συστήματος ουσιαστικά μεταφράστηκε σε πλήρη ανικανότητα του αρμόδιου υπουργείου να κάνει ακόμα και την πιο βασική του κίνηση.

Τα παραδείγματα όμως είναι πολλά. Κτηματολόγιο, ΕΠΑ, ΚΟΤ, Κεφαλαιαγορά, Υπουργείο Υγείας και Υπουργείο Γεωργίας αποτελούν ανοικτές πληγές λόγω της ανικανότητας για σωστή λειτουργία. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, είναι σαφές πως το κόστος συναλλαγών είναι τόσο μεγάλο για τους πολίτες και τις επιχειρήσεις, που κάτω από τα σημερινά δεδομένα είναι ουσιαστικά αδύνατον να λειτουργήσουν χωρίς να εξισορρπήσουν τα μειονεκτήματα τους μέσα από την διαπλοκή. Επιπλέον, το αυτονόητο είναι πως, όσο είναι σε θέση να «βοηθούν» οι πολιτικοί, και οι πολίτες και επιχειρηματίες θα έχουν την απαίτηση για βοήθεια.

Το μέσο κόστος παραμένει υψηλό, ο διαμοιρασμός των πόρων παραγωγής παραμένει αναποτελεσματικός (πχ σε ήδη χρεοκοπημένους επιχειρηματίες, κάτω από την ανεπαρκή εποπτεία) και τα συνεπακόλουθα αυτής της παθογένειας είναι ήδη αισθητά.

Ως τελευταία σκέψη, αξίζει να σημειωθεί και ο ρόλος της «νοοτροπίας». Η αλλαγή νοοτροπίας, όμως, δεν αποτελεί λύση, αλλά ευχή. Πρώτον, διότι οι νοοτροπίες αλλάζουν με πολύ μεγάλη βραδύτητα σε μια κοινωνία. Δεύτερο, διότι όσο κι αν αλλάξει η νοοτροπία, δεν μπορεί ποτέ να είναι ισχυρότερη από τα υπάρχοντα κίνητρα. Και, τέλος, διότι οι θεσμοί αλλάζουν τις νοοτροπίες και όχι το αντίθετο.

Γι αυτό και η μεταρρύθμιση ολόκληρου του κρατικού μηχανισμού είναι ο μόνος τρόπος για να αποφύγουμε την διαπλοκή, με όλα της τα συνεπακόλουθα. Και, αν δεν γίνει αυτό, η οικονομία και η πολιτική μας δεν θα ξέρει πώς να λειτουργήσει χωρίς την διαπλοκή.

ΣΗΜ. Παρέμβαση στο συνέδριο «Μετά την κρίση: αναζητώντας τα αίτια της κατάρρευσης και τις στρατηγικές ανασύνταξης», στο Πανεπιτσήμιο Λευκωσίας.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s