Καλά και κακά νέα από την ΕΚΤ

Η απόφαση της ΕΚΤ για μείωση των βασικών της επιτοκίων, σε συνδυασμό και με τις γενικότερες δράσεις για αύξηση της παροχής χρήματος και τόνωση του πληθωρισμού στην Ευρωζώνη, αλλάζει ριζικά τα δεδομένα στην ευρωπαϊκή οικονομία. Υπό τον φόβο μιας αποπληθωριστικής παγίδας που θα οδηγούσε σε μακροχρόνια στασιμότητα το ΑΕΠ της Ευρωζώνης, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα αποφάσισε να αυξήσει τον πληθωρισμό και να τονώσει την παροχή χρήματος.

Ενώ το ευρώ αντέδρασε άμεσα με άνοδο της ισοτιμίας έναντι του δολαρίου (υποτίμηση), επανήλθε εντός της ημέρας, την Πέμπτη. Ωστόσο, όλοι αναμένουν πως η πορεία υποτίμησης θα συνεχιστεί, με βασικό ερώτημα πλέον την αντίδραση των τραπεζών. Οι αγορές, πάντως, αντέδρασαν θετικά στην κίνηση της Φρανκφούρτης, έστω κι αν η αντίδραση αυτή ήταν πιο ήπια από ό,τι αναμενόταν.

Όσον αφορά στην Κύπρο, οι επιπτώσεις στον τραπεζικό τομέα δεν αναμένεται πως θα είναι σημαντικές. Η δημιουργία κινήτρων για την ενίσχυση της ρευστότητας στην Ευρωζώνη «κολλά» στις μεγάλες ιδιαιτερότητες των περιστάσεων που επικρατούν στην κυπριακή οικονομία και δη στο τραπεζικό σύστημα.

Αυτό που είναι δεδομένο, είναι πως ρευστότητα ήδη υπάρχει σε ορισμένες «νησίδες» του τραπεζικού συστήματος, όπως για παράδειγμα στην Ελληνική Τράπεζα η οποία σύμφωνα με πληροφορίες έχει μεγάλες καταθέσεις στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, τις οποίες πλέον θα αντλήσει σταδιακά. Η υπάρχουσα ρευστότητα δεν μεταφράζεται, ωστόσο, σε ενίσχυση της πιστωτικής επέκτασης, αφού το ρίσκο στην κυπριακή αγορά είναι ακόμα υψηλό, με αποτέλεσμα να δημιουργεί φόβο στις τράπεζες που θα μπορούσαν να αρχίσουν την παραχώρηση δανείων στην αγορά.

Επιπλέον σημειώνεται πως η κίνηση της ΕΚΤ μπορεί, μεν, να δημιουργεί κίνητρα για στροφή των τραπεζών στη διατραπεζική αγορά, αλλά δεν αναμένεται πως τα επιτόκια που αντιμετωπίζουν κυπριακά Χρηματοπιστωτικά Ιδρύματα (ΧΠΙ) θα αλλάξουν, αφού αυτά κατευθύνονται από το ρίσκο και όχι τις γενικότερες συνθήκες στην αγορά.

Εξάλλου, η διατραπεζική αγορά λίγα μπορεί να κάνει για τις κυπριακές τράπεζες, κάτω από τις σημερινές συνθήκες.

Αυτό που είναι δεδομένο είναι πως ο πληθωρισμός δεν εξυπηρετεί απόλυτα την πραγματική οικονομία στην Κύπρο αυτή τη στιγμή. Ενώ η αποπληθωριστική τάση που διαφαίνεται σχεδόν σε όλους τους οικονομικούς τομείς συμβάλλει σημαντικά στη διόρθωση της οικονομίας, η διακοπή της ραγδαίας αποπληθωριστικής διόρθωσης μπορεί να βάλει φρένο και στην προσαρμογή της οικονομίας στα νέα δεδομένα. Ωστόσο, μεσοπρόθεσμα δεν πρέπει να αναμένεται πως η εικόνα των τάσεων στην Κύπρο θα αλλάξει ριζικά από την απόφαση της ΕΚΤ, λόγω των πολλών ουσιαστικών ιδιαιτεροτήτων της οικονομικής συγκυρίας που επικρατεί αυτή τη στιγμή.

1. Επενδύσεις και επιτόκια

Οι κινήσεις της ΕΚΤ δημιουργούν σημαντικά κίνητρα για μείωση των αποταμιεύσεων υπό τη μορφή καταθέσεων και στροφή προς επενδύσεις. Την ίδια ώρα, όμως, δημιουργούν και πιέσεις στις αποδόσεις, αφού η αναμενόμενη σταδιακή μείωση των επιτοκίων θα παρασύρει και τις αποδόσεις άλλων επενδύσεων.

Μεσοπρόθεσμα, η πίεση που δημιουργεί στα επιτόκια η ίδια η ΕΚΤ θα αντισταθμιστεί από την αύξηση της παροχής χρήματος (και δη μέσα από την παύση των κινήσεων αποστείρωσης των χρημάτων που ρίχνει η Φρανκφούρτη στην αγορά). Ο πληθωρισμός θα αυξήσει εκ νέου τα επιτόκια.

Καθώς όμως οι επενδυτές αναζητούν αντίδοτο στην αναμενόμενη υποχώρηση των αποδόσεων, καθίστανται πιο ελκυστικές οι επενδύσεις με υψηλότερες αποδόσεις. Ενδεχομένως αυτή η πραγματικότητα να δημιουργήσει κίνητρα στους δυνητικούς επενδυτές που αναζητούν ευκαιρίες.

Ενώ επενδυτές δείχνουν μεγάλο ενδιαφέρον για την επικείμενη αύξηση κεφαλαίου της Τράπεζας Κύπρου, αλλά και για πωλήσεις ενεργητικών που σχετίζονται με μη εξυπηρετούμενα δάνεια, η εικόνα της Ευρωζώνης μπορεί να βοηθήσει κάπως στην όλη προσπάθεια για τις συγκεκριμένες πωλήσεις περιουσιακών στοιχείων και τίτλων.

Γενικότερα, η δημιουργία κινήτρων για επενδύσεις –αντί για αποταμιεύσεις– θα ενισχύσει τη διάθεση που υπάρχει στην Ε.Ε. και δη στην Ευρωζώνη για διασυνοριακές κινήσεις επενδυτών. Αυτή η «όρεξη» ενδεχομένως να βοηθήσει και την Κύπρο.

Εκ πρώτης όψεως, δημιουργείται η εντύπωση πως η μείωση των επιτοκίων αλλά και η διάθεση «ελεύθερης» ρευστότητας στις τράπεζες από την ΕΚΤ, θα μπορεί να απευθυνθεί και στα μεγάλα προβλήματα του κυπριακού τραπεζικού συστήματος. Πράγματι, αυτό που προκύπτει είναι φθηνότερη ρευστότητα μέσα από τα επιτόκια που πληρώνει η Τράπεζα Κύπρου στον ELA, από τη στιγμή που τα επιτόκια κυμαίνονται περίπου στις 200 μονάδες βάσης άνω του βασικού επιτοκίου της ΕΚΤ. Αντίστοιχα, θα πρέπει να αναμένεται μείωση των κερδών της Κεντρικής Τράπεζας, κάτι που θα έχει και δημοσιονομικό αντίκτυπο στο τέλος του έτους.

Πέραν τούτου, όμως, δεν αναμένεται κάποια ουσιαστική επίδραση στο κυπριακό τραπεζικό σύστημα. Η παροχή απεριόριστης ρευστότητας έναντι εξασφαλίσεων ή έναντι Χρεογράφων Δανειακών Εγγυήσεων (Asset-Backed Securities) δεν προσφέρεται από τη στιγμή που οι κυπριακές τράπεζες δεν έχουν ουσιαστικά ενεργητικά που να χρησιμοποιήσουν ως εξασφαλίσεις ή που να καλύψουν χρεόγραφα προς την ΕΚΤ.

2. Τα δάνεια

Όσον αφορά στα δάνεια των τραπεζών, ωστόσο, δεν πρέπει να αναμένεται ουσιαστική αλλαγή της εικόνας που υπάρχει σήμερα. Εκτός από το γεγονός ότι, ακόμα και οι τράπεζες που έχουν ρευστότητα, δεν παραχωρούν δάνεια, δείχνει πόσο «σφιγμένα» είναι τα πράγματα στην οικονομία.

Η Κύπρος δείχνει να έχει εγκλωβιστεί σε μια παγίδα ρευστότητας, με τις τιμές των ενεργητικών να βρίσκονται σε πολύ χαμηλά επίπεδα, και τη συνολική ζήτηση να είναι χαμηλότερα από την ήδη μεγάλη προσφορά. Το αποτέλεσμα είναι πως η μείωση των επιτοκίων, ενώ μπορεί να ανακουφίσει αρκετούς παίκτες στην οικονομία, την ίδια στιγμή δεν μπορεί να τονώσει την ανάπτυξη. Ουσιαστικά, στην Κύπρο η όρεξη για επενδύσεις περιορίζεται στη διάθεση ξένων (κυρίως άμεσων) επενδύσεων σε αναζήτηση αποδόσεων. Παραγωγικές επενδύσεις, ωστόσο, δεν φαίνεται πως αναζητούνται από τις επιχειρήσεις, αφού η χαμηλή «όρεξη» της οικονομίας δημιουργεί υπερπροσφορά.

Η δημοσιονομική τόνωση παραμένει μία σημαντική επιλογή, την ώρα όμως που το νοικοκύρεμα παραμένει πρώτιστη ανάγκη για την οικονομία. Έτσι, μοναδικός χώρος για κινήσεις της οικονομίας παραμένουν η δημιουργία κινήτρων, η μείωση της γραφειοκρατίας και η έλκυση Άμεσων Ξένων Επενδύσεων μέχρι τη στιγμή κατά την οποία η δημοσιονομική επέκταση θα αποτελεί επιλογή.

Επιπλέον, όσο μαίνεται ο «πόλεμος» για καταθέσεις στο τραπεζικό σύστημα, θα συνεχίζεται και η «στήριξη» που υπάρχει στα καταθετικά επιτόκια. Τα δε δανειστικά, θα πρέπει να διατηρήσουν το (ήδη αυξημένο) επιτοκιακό περιθώριο των τραπεζών με στόχο την άντληση κέρδους από τις τράπεζες. Αυτό που έχουμε ήδη διακρίνει είναι μάλιστα πως, ενώ μειώνονται τα δανειστικά επιτόκια, οι τράπεζες αυξάνουν τις άλλες χρεώσεις για να καλύψουν το κενό, ενώ πολλές «απορίες» υπάρχουν για το ΣΕΠΕ που αναφέρουν οι μεγάλες τράπεζες της Κύπρου.

3. Πραγματική οικονομία

xpnonEUΌσον αφορά στην πραγματική οικονομία, και με δεδομένο ότι οι ΗΠΑ ακολουθούν αντίθετη πορεία από τη συνέχιση των πληθωριστικών τάσεων της Φρανκφούρτης, θα πρέπει να αναμένεται σημαντική υποχώρηση του ευρώ έναντι των άλλων κύριων νομισμάτων (δολάριο, ρούβλι, στερλίνα).

Η μείωση των επιτοκίων καθιστά το ευρώ λιγότερο ελκυστικό στη διεθνή αγορά και οδηγεί σε υποτίμηση του νομίσματος, καθώς και πληθωριστικές πιέσεις. Η υποχώρηση του ευρώ, που ήδη καταγράφεται από την ώρα της ανακοίνωσης της απόφασης της ΕΚΤ για μείωση των επιτοκίων, θα επηρεάσει την οικονομία με άμεσο τρόπο.

Πρώτο, όσον αφορά στις εξαγωγές, ουσιαστικά εξασφαλίζεται η υποτίμηση που αναζητούσαν πολλοί μέσα από μία έξοδο από το ευρώ, με τη διαφορά πως η υποτίμηση αυτή είναι μικρότερη αλλά και ελεγχόμενη. Όπως πολλοί αναλυτές σχολίαζαν από την αρχή της κρίσης, η υποχώρηση του εγχώριου νομίσματος στην Κύπρο θα αυξήσει την ανταγωνιστικότητα των κυπριακών προϊόντων έναντι των προϊόντων άλλων κρατών, που χρησιμοποιούν άλλα νομίσματα (εκτός Ευρωζώνης). Αυτή η εξέλιξη είναι αρκετά σημαντική όσον αφορά στον τουρισμό, όπου μπορεί μεν οι ανταγωνιστές μας (Τουρκία, Αίγυπτος κ.ά.) να καταγράφουν υποχώρηση και στα δικά τους νομίσματα, αλλά την ίδια στιγμή το κυπριακό προϊόν καθίσταται φθηνότερο για ξένους τουρίστες. Αυτό ισχύει ιδίως σε σχέση με τους Βρετανούς που αυτό το καλοκαίρι θα βρουν την Κύπρο φθηνότερη από ό,τι πέρσι. Η επίδραση στην αγορά της Ρωσίας κινείται προς την ίδια κατεύθυνση, αλλά θα πρέπει να αναμένεται πως θα είναι πολύ πιο αδύνατη, πρώτο διότι το οικονομικό προφίλ των Ρώσων που επιλέγουν την Κύπρο είναι λιγότερο ευαίσθητο στην τιμή και δεύτερο διότι το ρούβλι θα έχει τα δικά του προβλήματα (και υποτίμηση) μέσα στο 2014.

Αξίζει ωστόσο να σημειωθεί πως η Κύπρος έχει διαγράψει μια σημαντική τάση ως προς τις εξαγωγές της το τελευταίο διάστημα. Από το 2011 και μετά καταγράφεται μια σημαντική στροφή της Κύπρου όσον αφορά στην «επιλογή» των εμπορικών της εταίρων. Οι παραδοσιακές μας επιλογές (π.χ. Ελλάδα) υποχωρούν σημαντικά, την ώρα που οι εξαγωγές της Κύπρου εκτός Ε.Ε. και δη εκτός Ευρωζώνης συνεχίζουν να είναι πολύ σημαντικές. Μέσα στο 2013, οι εξαγωγές προς τρίτες χώρες, εκτός Ε.Ε. έφτασαν σχεδόν το 40% των συνολικών εξαγωγών, την ώρα που οι εξαγωγές προς το Ηνωμένο Βασίλειο (που είναι εκτός Ευρωζώνης) αποτελούν άλλο 6,5% των συνολικών εξαγωγών της Κύπρου.

Αυτή η τάση αναμένεται πως θα ενισχυθεί με τη μείωση της αξίας του ευρώ έναντι άλλων νομισμάτων, αφού τα κυπριακά προϊόντα θα είναι φθηνότερα σε σχέση με τις εγχώριες τιμές των εν λόγω χωρών, χάρη στην απόφαση της Φρανκφούρτης να μειώσει τα επιτόκια και να προκαλέσει υποτίμηση του νομίσματος.

4. Ζήτημα οι εισαγωγές

Την ίδια στιγμή, ωστόσο, βασικός ζήτημα για την Κύπρο αποτελούν οι εισαγωγές. Όπως σημειώθηκε από την αρχή της κρίσης, στην περίπτωση της Κύπρου η παραδοσιακή λογική της ανταγωνιστικής υποτίμησης πολύ πιθανόν να ανατραπεί. Ως μικρή, ανοικτή, νησιώτικη οικονομία, η Κύπρος εξαρτάται σε εξαιρετικά μεγάλο βαθμό από τις εισαγωγές της για να καλύψει τις παραγωγικές της ανάγκες.

ΕισαγωγέςΟι πόροι παραγωγής είναι σε ένα εξαιρετικά μεγάλο βαθμό εισαγόμενοι: Πέρα από τα πετρελαιοειδή, την ενέργεια γενικότερα και τις πρώτες ύλες, η Κύπρος εξαρτάται από τις εισαγωγές της για όλα σχεδόν τα ενδιάμεσα αγαθά, για τα κεφαλαιακά αγαθά, για τα μηχανήματα και ανταλλακτικά, και για άλλα μέσα παραγωγής. Ακόμα και σε τομείς όπως τον τουρισμό και την αγροτική παραγωγή, όπου εκ πρώτης όψεως υπάρχει αυτάρκεια, πολλά από τα μέσα παραγωγής εισάγονται (ζωοτροφές, φάρμακα, χημικά κτλ.).

Η αύξηση των τιμών των εισαγωγών θα «τροφοδοτήσει» και ανάλογη αύξηση στις τιμές παραγωγού, με μοναδικό τομέα που δείχνει κάποια μερική «ανοσία» να είναι ο τουρισμός. Έτσι, στην Κύπρο μπορεί να ισχύσει το παράδοξο πως η υποτίμηση μπορεί να καταστεί επιζήμια για την ανταγωνιστικότητα, αντί να την ενισχύσει.

Σημειώνεται πως η οικονομία έχει ήδη στραφεί προς τις εισαγωγές από χώρες εκτός Ευρωζώνης, με το Ηνωμένο Βασίλειο να αποτελεί βασικό πλέον εξαγωγέα προς την Κύπρο και να αποτελεί σχεδόν το 13% των συνολικών μας εξαγωγών.

Το θετικό σε αυτό το στοιχείο είναι πως οι εξαγωγές της Κύπρου έχουν την ικανότητα να απορροφήσουν τα αυξημένα κόστη. Τούτο ισχύει κυρίως για τις υπηρεσίες (επαγγελματικές, τουρισμός κτλ.) που κατά πάσα πιθανότητα θα αντέξουν τις πληθωριστικές πιέσεις. Τα μη εμπορεύσιμα αγαθά και υπηρεσίες όμως, κατά πάσα πιθανότητα, θα καταγράψουν αύξηση των τιμών λόγω της αυξημένης τιμής των εισαγόμενων πόρων παραγωγής.

Έτσι, θα πρέπει να αναμένεται πως η μείωση των επιτοκίων από πλευράς της ΕΚΤ θα οδηγήσει σε πιέσεις για αύξηση των τιμών σε πολλά από τα εγχώρια προϊόντα, ενώ δεδομένη είναι η αύξηση των τιμών στα εισαγόμενα. Όσον αφορά στα ακίνητα, οι άλλοι παράγοντες (δάνεια των επιχειρηματιών ανάπτυξης γης και οι πιέσεις που δέχονται, η υπερπροσφορά, η ποιότητα του προϊόντος) κατά πάσα πιθανότητα θα αποδειχτούν πιο σημαντικοί από την υποχώρηση του ευρώ. Ενδεχομένως να ενισχυθεί η ζήτηση για τα εμπορεύσιμα ακίνητα (που έχουν ως δυνητικούς πελάτες τους, ξένους).

2 thoughts on “Καλά και κακά νέα από την ΕΚΤ

  1. Περσιάνη Ξύπνα….φρέσκα νέα,ίσως τα σημαντικότερα των τελευταίων ετών.

    Σε συμφωνία για την απευθείας ανακεφαλαιοποίηση των ευρωπαϊκών τραπεζών, μέσω του μόνιμου μηχανισμού της ΕΕ, του ESM, κατέληξαν σήμερα οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις.
    Όπως αποκαλύπτει σε νέο δημοσίευμά του το πρακτορείο Reuters, σήμερα οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις συμφώνησαν στο εξής: Ο ESM θα είναι σε θέση, στη συνέχεια του τρέχοντος έτους, να αναλάβει την ανακεφαλαιοποίηση των προβληματικών ευρωπαϊκών τραπεζών.
    Η σημερινή συμφωνία αποτελεί επικύρωση πρότασης – τον περασμένο Μάιο – του προέδρου του Eurogroup, Jeroen Dijsselbloem. Η πρόταση του Dijsselbloem αφορά στην απευθείας ανακεφαλαιοποίηση μιας τράπεζας, αρκεί όμως να έχει εφαρμοστεί bail-in στο 8% επί του συνόλου του παθητικού της τράπεζας.
    «Η απευθείας ανακεφαλαιοποίηση μιας τράπεζας μέσω του ESM θα μπορεί να λάβει χώρα εάν προηγουμένως η τράπεζα αυτή δεν κατορθώσει να προσελκύσει επαρκή κεφάλαια από ιδιώτες ή εάν η κυβέρνησή της δεν είναι ικανή να της παράσχει οικονομική στήριξη» διευκρινίζει σε ανακοίνωση που εξέδωσε ο πρόεδρος του Eurogroup, J. Dijsselbloem.
    Yπενθυμίζεται εδώ πως η δανειοδοτική ικανότητα του ESM είναι 60 δισ. ευρώ.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s