Εμπόριο: Τέλος η φούσκα και ζητήματα πολιτικής

Η πορεία του εμπορικού κλάδου δείχνει πως η «διόρθωση» δεν μπορεί να αποφευχθεί

Την ώρα που οι παραδοσιακοί εμπορικοί δρόμοι –κυρίως στην Λευκωσία– συνεχίζουν να δείχνουν μια εικόνα παρακμής, ένα από τα βασικά ερωτήματα είναι πώς μπορεί η βιομηχανία του εμπορίου να ανακάμψει. Τα στοιχεία δείχνουν πως το εμπόριο έχει κατευθυνθεί από τη φούσκα που δημιουργήθηκε στον δανεισμό, με την κατανάλωση να κατευθύνεται κυρίως από τις εύκολες πιστώσεις των νοικοκυριών.

Ενώ η συζήτηση για το εμπόριο περιστρέφεται κυρίως γύρω από το ωράριο λειτουργίας, σε μια βιομηχανία βαθύτατα ρυθμιζόμενη, η οποία διέπεται από πάμπολλες ρυθμιστικές στρεβλώσεις, την ίδια στιγμή βασικό ερώτημα είναι κατά πόσον είναι δυνατόν να επιστρέψει η κατανάλωση στο λιανικό εμπόριο, στα επίπεδα που είχε καταγράψει προ της κρίσης.

Τα νοικοκυριά

Τα τελευταία πέντε χρόνια πριν από την εκδήλωση της κρίσης, τα στοιχεία της Κεντρικής Τράπεζας καταγράφουν μια δραματική αύξηση των πιστώσεων προς τα νοικοκυριά, ακόμα κι αν εξαιρέσει κανείς τα δάνεια που αφορούν σε σκοπούς στέγασης. Η ραγδαία αύξηση των πιστώσεων, μάλιστα, προκύπτει όχι μόνο από την αύξηση στα δάνεια που κατατάσσονται στην κατηγορία «καταναλωτικά» αλλά και στα λεγόμενα «άλλα» δάνεια. Ο συνδυασμός των δύο δείχνει πως υπήρχε συνεχιζόμενη αύξηση των πιστώσεων για καταναλωτικούς σκοπούς από το 2006 μέχρι και το 2009. Μέσα σε τρία χρόνια, τα υφιστάμενα δάνεια των νοικοκυριών (εξαιρουμένων των στεγαστικών δανείων) έφτασε στο αστρονομικό 30%. Είναι καταφανές πως η αύξηση αυτή δεν ήταν δυνατόν να κριθεί ως βιώσιμη.

tradeΤο 2008, μάλιστα, η «Κ» είχε σχολιάσει την επανακατηγοριοποίηση ορισμένων από τα «καταναλωτικά» δάνεια, η οποία έδειχνε διόρθωση της ραγδαίας αύξησης εκ πρώτης όψεως. Την ίδια περίοδο ωστόσο, καταγράφηκε ισόποση σχεδόν αύξηση της κατηγορίας «Λοιπά» δάνεια, γεγονός που έδειχνε πως οι συνολικές πιστώσεις για καταναλωτικούς σκοπούς συνέχιζαν να καταγράφουν αύξηση, σε πείσμα των όσων «έλεγαν» εκ πρώτης όψεως τα στοιχεία.

Η εικόνα σήμερα παραμένει προβληματική. Ενώ η προσοχή των αναλυτών και των πολιτικών παραμένει στραμμένη προς τα στεγαστικά δάνεια των νοικοκυριών, την ίδια στιγμή το πρόβλημα είναι ακόμα μεγαλύτερο στα καταναλωτικά. Σημειώνεται πως στα καταναλωτικά δάνεια καταγράφεται εξαιρετικά υψηλός λόγος Μη Εξυπηρετούμενων Δανείων που φτάνει στο αστρονομικό 54%. Την ίδια στιγμή, τα ΜΕΔ των στεγαστικών κινείται στο 35%.

Σε απόλυτους αριθμούς, μάλιστα, τα ΜΕΔ των καταναλωτικών δανείων είναι υψηλότερα από εκείνα των στεγαστικών, φτάνοντας στα 4,4 δισ. ευρώ, έναντι 4 δισ. ευρώ που είναι τα ΜΕΔ των στεγαστικών.

Η αύξηση αυτή του δανεισμού τροφοδότησε την κατανάλωση στο εμπόριο για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα πριν από την κρίση. Ακόμα πιο ανησυχητικό, όμως, στοιχείο, είναι το γεγονός ότι η πορεία της κατανάλωσης συνέχισε την αυξητική της τάση ακόμα και μετά την εκδήλωση της κρίσης. Παρόλο που αυτό το στοιχείο είχε το θετικό αποτέλεσμα πως λειτούργησε ανασταλτικά στην εμβάθυνση της κρίσης, την ίδια ώρα δεν μπορούσε να μη διαφανεί η συνεχιζόμενη –και επιδεινούμενη– ανισορροπία σε μακροοικονομικό επίπεδο: Τα νοικοκυριά συνέχισαν την κατανάλωσή τους, χρησιμοποιώντας τις αποταμιεύσεις τους για να συγκρατήσουν τις παλαιότερες συνήθειες κατανάλωσης.

daneiaΑποτέλεσμα αυτής της εικόνας είναι τα υψηλά ΜΕΔ των νοικοκυριών για καταναλωτικούς σκοπούς (εξαιρούνται πάντα τα στεγαστικά) τα οποία δημιουργούν μια σοβαρή τρύπα στο τραπεζικό σύστημα, αυξάνουν τα επιτόκια και συντηρούν την πίεση στη ρευστότητα.

Ταυτόχρονα, όμως, συντηρείται και μια άλλη σοβαρή ανισορροπία στην οικονομία: Ενώ οι εισαγωγές πρώτων υλών και ενδιάμεσων αγαθών μειώθηκαν κατά 12,8%, και οι εισαγωγές κεφαλαιακών αγαθών μειώθηκαν κατά 21%, την ίδια ώρα οι εισαγωγές καταναλωτικών αγαθών συγκρατήθηκαν. Όσον αφορά στα μη διαρκή αγαθά, μάλιστα, η μείωση έφτασε μόλις στο 5,7%. Έτσι, η οικονομία στρέφεται προς την κατανάλωση, «εξοικονομώντας» πόρους από τις «παραγωγικές» εισαγωγές. Αυτή η εικόνα βάζει οροφή στην ανάπτυξη που είναι δυνατόν να ακολουθήσει. Επιπλέον, αιωρείται ακόμα πάνω από την οικονομία το ερώτημα για πόσο ακόμα θα μπορούν τα νοικοκυριά να «τρώνε από το λίπος», την ώρα που πλέον ο λόγος καταθέσεων-προς-πιστώσεις προσεγγίζει το 100%. Εάν μάλιστα εξαιρεθεί ένας μικρός αριθμός εξαιρετικά εύπορων μόνιμων κατοίκων της Κύπρου (κυρίως ξένων) που έχουν πολύ υψηλές καταθέσεις αλλά μηδενικά δάνεια, ο πραγματικός λόγος φαίνεται πως είναι πολύ μεγαλύτερος από το 100%.

Στον αντίποδα αυτής της εικόνας, η απασχόληση και οι τζίροι στο εμπόριο δείχνουν πως έχουν ήδη φτάσει –και ξεπεράσει– ένα μέγιστο σημείο στο οποίο δεν μπορεί να επιστρέψει.

Μέχρι και το 2008, τόσο η προστιθέμενη αξία όσο και η απασχόληση στο εμπόριο (λιανικό, χονδρικό και επιδιόρθωση οχημάτων) συνέχισε να καταγράφει άνοδο. Από το 2005 ως το 2008, μια περίοδο που περίπου συνάδει και με την πορεία των πιστώσεων που παραχωρούσαν οι τράπεζες στα νοικοκυριά για καταναλωτικούς σκοπούς, η προστιθέμενη αξία του εμπορίου κατέγραφε εντυπωσιακή άνοδο. Αυτή η άνοδος έφτασε μέσα σε τρία χρόνια στο 36%, γεγονός που δείχνει πως δεν ήταν δυνατόν να συνεχιστεί. Ταυτόχρονα, η απασχόληση στη βιομηχανία του εμπορίου κατέγραφε ανάλογη αύξηση, η οποία ανήλθε στην ίδια περίοδο στο 18%. Η εικόνα αυτή συνάδει και με ένα άλλο «παράπονο» που εκφράζει η «Κ» κατά καιρούς σχετικά με την επιμονή των πολιτικών αποφάσεων στην τεχνητή στήριξη στο εμπόριο και την λιανική κατανάλωση – ότι δηλαδή εκ φύσεως ο κλάδος αυτός της οικονομίας δείχνει χαμηλή ένταση απασχόλησης. Απασχολεί δηλαδή λιγότερα άτομα ανά ευρώ παραγωγής από άλλες βιομηχανίας.

Πλέον, και από την ώρα που εκδηλώθηκε η κρίση, τα νοικοκυριά αρχικά δεν μπορούσαν να εξασφαλίσουν νέες καταναλωτικές πιστώσεις, και στη συνέχεια δείχνουν ανίκανα να εξυπηρετήσουν τις δανειακές υποχρεώσεις που ανέλαβαν στο παρελθόν.

Έτσι, η πίεση που ασκείται στο εμπόριο δεν μπορούσε παρά να μεταφραστεί σε χαμηλότερη προστιθέμενη αξία και τζίρους, αλλά και χαμηλότερη τελικά απασχόληση στον κλάδο.

Η μείωση δεν δείχνει πως μπορεί να αντιστραφεί στο εγγύς μέλλον, κι αυτό διότι στηρίχθηκε στον εύκολο δανεισμό, ο οποίος δεν μπορεί να επανέλθει κάτω από τις σημερινές συνθήκες. Θα ήταν μάλιστα εύλογη υπόθεση πως ακόμα κι όταν το τραπεζικό σύστημα θα επιστρέψει σε ρυθμούς «κανονικής» λειτουργίας ή όταν τα νοικοκυριά τελικά θα εξυπηρετήσουν τις υποχρεώσεις που ανέλαβαν με τα καταναλωτικά τους δάνεια, δεν μπορεί να αναμένεται πως ο δανεισμός θα γίνει ξανά τόσο εύκολος που θα ανατροφοδοτηθεί το εμπόριο και δη το λιανικό.

Η εικόνα αυτή θέτει σοβαρά ζητήματα πολιτικής: Η όλη συζήτηση που γίνεται δεν φαίνεται πως αγγίζει καθόλου την ουσία του προβλήματος στον κλάδο, όπου εκ πρώτης όψεως φαίνεται πως υπάρχει υπερβολική προσφορά. Έτσι, η αποχώρηση πολλών επιχειρήσεων από την αγορά δείχνει πως δεν μπορεί να αντιστραφεί, ούτε με κινήσεις τόνωσης, ούτε με αλλαγές ωραρίων, ούτε ακόμα με άλλες εύηχες κινήσεις που μπορεί μεν να εξυπηρετούν τον καταναλωτή, αλλά δεν μπορούν να αλλάξουν την εικόνα που (δυστυχώς) δείχνει πως αυτό που συμβαίνει είναι διόρθωση.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s