Λίγα τα δάνεια, υψηλά τα επιτόκια

Τα στοιχεία της Κεντρικής Τράπεζας δείχνουν πως υπάρχει πρόβλημα ρευστότητας, που επηρεάζει τον δανεισμό και τα επιτόκια

Μεγάλες προσδοκίες διαμορφώθηκαν μετά την ανακοίνωση των αποτελεσμάτων των στρες τεστ των τραπεζών, αφού τα θετικά αποτελέσματα δημιούργησαν την αίσθηση πως, με τον μεγαλύτερο κίνδυνο να έχει παρέλθει, πλέον μπορούν οι τράπεζες να ανοίξουν τις στρόφιγγες και να προχωρήσουν σε φθηνότερο δανεισμό.

Η εικόνα που επικρατεί, ωστόσο, δεν είναι τόσο ρόδινη. Πρώτο, διότι οι τράπεζες έχουν ξεπεράσει ένα σοβαρό κίνδυνο και έχουν πλέον μπει σε φάση ομαλότητας, αλλά η πιστωτική επέκταση δεν θα έρθει σύντομα, αλλά ούτε και εύκολα. Ταυτόχρονα, ένα σημαντικό ζήτημα, το ύψος των επιτοκίων, δεν μπορεί να λυθεί όσο εύκολα όσο μπορεί να φαίνεται εκ πρώτης όψεως. Μια σειρά από δεδομένα ασκούν πιέσεις στην παραχώρηση πιστώσεων, όσο και στο ύψος των επιτοκίων.

  1. Ρευστότητα

Η εικόνα που επικρατεί ως προς τη ρευστότητα στο τραπεζικό σύστημα είναι εξαιρετικά προβληματική. Οι δηλώσεις της διοικήτριας της Κεντρικής Τράπεζας πως το τραπεζικό σύστημα «δεν έχει πρόβλημα ρευστότητας» προκαλούν μάλλον έκπληξη, αφού τα στοιχεία της Κεντρικής Τράπεζας δείχνουν ακριβώς το αντίθετο. Μπορεί η μεν Ελληνική Τράπεζα, η RCB και η μικρότερη USB να έχουν μεγάλη άνεση στη ρευστότητά τους, αλλά σε επίπεδο συστήματος κάθε άλλο παρά άνεση υπάρχει. Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι, συνολικά, οι κυπριακές τράπεζες έχουν λόγο δανείων-προς-καταθέσεις γύρω στο 130%. Έχουν δηλαδή παραχωρήσει δάνεια που ξεπερνούν κατά πολύ το 100% των συνολικών τους καταθέσεων.

touristes.xlsΑπό μόνο του, το γεγονός δείχνει πως το χρηματοπιστωτικό σύστημα πάσχει από ρευστότητα και πως δεν μπορεί να ανοίξει τις πύλες του δανεισμού. Χαρακτηριστικά, η Τράπεζα Κύπρου, η οποία αντιμετωπίζει και το μεγάλο πρόβλημα του ELA, καταγράφει δάνεια-προς-καταθέσεις κοντά στο 145%. Αν υπολογιστεί πως ο ELA αποτελεί κατά κάποιο τρόπο «καταθέσεις» (ή καλύτερα αντί-καταθέσεις, αφού αποτελεί κυριολεκτικά κατεπείγουσα ρευστότητα), τότε ο λόγος περιορίζεται στο 120%, ένα ποσοστό που και πάλι δεν μπορεί να επιτρέψει την επιστροφή στα μεγάλα δάνεια.

Το υπόλοιπο σύστημα αντιμετωπίζει παρόμοια προβλήματα. Σύμφωνα με υπολογισμούς της «Κ», ο Συνεργατισμός κινείται κοντά στο 100% όσον αφορά στα δάνεια-προς-καταθέσεις.

Παρά την επιμονή πως δεν υπάρχει πρόβλημα ρευστότητας, τα στοιχεία της Κεντρικής Τράπεζας δεν δικαιολογούν μια τέτοια εκτίμηση.

  1. Χρέη επιχειρήσεων

Την ίδια στιγμή, ακόμα και οι τράπεζες που έχουν ικανή ρευστότητα για να αρχίσουν την παραχώρηση δανείων αντιμετωπίζουν ένα άλλο πρόβλημα: Είναι δύσκολο να εξευρεθούν αξιόχρεοι πελάτες στους οποίους να παραχωρήσουν τα δάνειά τους. Το πρόβλημα φαίνεται πως είναι πιο έντονο στην Ελληνική Τράπεζα, όπου η υψηλή ρευστότητα αναζητά επικερδές καταφύγιο. Σήμερα, η Ελληνική αντιμετωπίζει αρνητικά επιτόκια στα «παρκαρισμένα» λεφτά που έχει στην Κεντρική Τράπεζα –δηλαδή την πληρώνει για να διατηρεί καταθέσεις στην Κεντρική.

Συνολικά, κάτοικοι Κύπρου (νοικοκυριά και επιχειρήσεις) έχουν χρέη που ανέρχονται σε περίπου 250% του ΑΕΠ, ενώ αν εξαιρεθούν τα χρέη των 30 μεγαλύτερων επιχειρήσεων του τόπου, ο λόγος μειώνεται μόλις στο 220% περίπου.

Σημειώνεται πως οι μη χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις έχουν δάνεια που ανέρχονται στο 440% των καταθέσεών τους, ένα στοιχείο που δείχνει πως η μόχλευσή τους είναι υπερβολική και πως η ρευστότητά τους είναι εξαιρετικά προβληματική. Η Έρευνα Χορηγήσεων της Κεντρικής Τράπεζας επιβεβαιώνει αυτή την εικόνα. Τα πιο πρόσφατα στοιχεία, δείχνουν πως η ζήτηση δανείων από πλευράς των επιχειρήσεων έχει υποχωρήσει. Η ζήτηση για δάνεια για σκοπούς ενίσχυσης αποθεμάτων, για κεφάλαια κίνησης και για πάγιες επενδύσεις έχει υποχωρήσει, ενώ η όποια ζήτηση δανεισμού, εστιάζεται σε σκοπούς αναδιάρθρωσης χρέους, από πλευράς των επιχειρήσεων.

Από πλευράς των τραπεζών, η Κεντρική Τράπεζα βρίσκει πως η ρευστότητα αποτελεί ένα από τους βασικούς λόγους για τους οποίους καθίσταται δυσκολότερη η παροχή δανείων, ενώ σημειώνεται επίσης πως οι προσδοκίες για την οικονομία γενικά και οι προοπτικές των διαφόρων κλάδων της οικονομίας αποτελούν επίσης τροχοπέδη.

Έτσι, σύμφωνα με τα ευρήματα της Κεντρικής Τράπεζας, το αυξημένο ρίσκο καθιστά δυσκολότερη την παροχή δανείων αλλά και δυσχεραίνει ταυτόχρονα και τους όρους παροχής: Η επιδείνωση των όρων παροχής δανείων εκδηλώνεται ως υψηλότερα «περιθώρια», δηλαδή επιτόκια.

Παρόμοια είναι και η εικόνα για τα νοικοκυριά, τα οποία έχουν επίσης μειώσει σημαντικά τη ζήτηση δανεισμού. Τα νοικοκυριά έχουν υψηλά χρέη, αλλά υψηλότερες καταθέσεις, ένα στοιχείο που ωστόσο μπορεί να αλλάζει κάπως αν εξαιρεθούν οι καταθέσεις ενός μικρού αριθμού ιδιαίτερα πλούσιων καταθετών (π.χ. Ρώσων).

Σε κάθε περίπτωση, τα υψηλά χρέη των κατοίκων Κύπρου, τόσο φυσικών όσο και νομικών προσώπων, αποτελούν υπό τις περιστάσεις ένα σοβαρό ζήτημα, το οποίο μεταφράζεται σε αυξημένο ρίσκο, το οποίο οι τράπεζες αντιμετωπίζουν με την αύξηση των επιτοκίων.

  1. Αβεβαιότητα

Ενώ ένα από τα βασικά σημεία που καταγράφονται στα στοιχεία της Κεντρικής Τράπεζας είναι το κόστος κεφαλαίου –περιορισμοί ισολογισμού–, αυτό το στοιχείο πρέπει να παρέλθει μετά την ολοκλήρωση του στρες τεστ. Παραμένει, ωστόσο, το μεγάλο ζήτημα της αβεβαιότητας, κάτι που επηρεάζει σημαντικά τις εκτιμήσεις των τραπεζών για την φερεγγυότητα των δανειζομένων.

Αξίζει να σημειωθεί πως η φερεγγυότητα των καταναλωτών καταγράφεται ως σημαντικός παράγοντας όσον αφορά στη χορήγηση καταναλωτικών δανείων, ενώ η αβεβαιότητα σχετικά με τις «προσδοκίες για την οικονομία» και τις «προοπτικές του κλάδου» (στον εκάστοτε οικονομικό κλάδο) αποτελούν τα κυριότερα στοιχεία που οδηγούν σε λιγότερα δάνεια, αλλά και με χειρότερους όρους.

Από τα πιο πάνω, προκύπτει πως, εάν ουσιαστικά αναγκαστούν οι τράπεζες να μειώσουν τα επιτόκια χωρίς ταυτόχρονη κίνηση για αντιμετώπιση των άλλων ζητημάτων, τότε τα μειωμένα επιτόκια υπάρχει κίνδυνος να μεταφραστούν σε επιδείνωση της πιστωτικής συρρίκνωσης. Δεν υπάρχει αμφιβολία, από την άλλη, πως οι τράπεζες διατηρούν μεγάλα επιτοκιακά περιθώρια, ενδεχομένως μεγαλύτερα από ό,τι μπορεί να δικαιολογηθεί. Επιπλέον, οι κρυμμένες χρεώσεις –που αποτελούν και παραβίαση των σχετικών Οδηγιών της Ε.Ε. και είναι επομένως παράνομες– συνεχίζουν να αποτελούν έναν τρόπο με τον οποίο οι τράπεζες αντιμετωπίζουν την μειωμένη επικερδότητα των υφιστάμενων δανείων. Η Κεντρική Τράπεζα θα πρέπει να υποχρεώσει τις τράπεζες να συμβαδίσουν με τη νομοθεσία πλήρως όσον αφορά στα ΣΕΠΕ.

Μέτρα, όπως εγγυήσεις (π.χ. στα δάνεια που χρηματοδοτούνται από την EIB), είναι εξαιρετικά σημαντικά αλλά δεν προσφέρουν συνολική λύση στα ζητήματα που υπάρχουν. Σε κάθε περίπτωση, η λύση στο ζήτημα του δανεισμού περνά μέσα από την απομόχλευση των τραπεζών και επομένως σχετίζεται άμεσα και την ικανότητα των τραπεζών να αντιμετωπίσουν τα προβληματικά τους ενεργητικά (δηλαδή τα υψηλά Μη Εξυπηρετούμενα Δάνεια).

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s