Operation Flashpoint και το τέλος της Ιστορίας

29/11/2009

Μαζί – και μόνο – ο Άνταμ Σμιθ και ο Μαρξ μπορούν να δώσουν μια ικανοποιητική εξήγηση για την πορεία της παγκόσμιας οικονομίας

Στη βάση Lejeuve στη Νότια Καρολίνα εξελίσσεται η επιχείρηση Flashpoint, με την οποία Αμερικανοί πεζοναύτες εκπαιδεύονται στις αστικές επιχειρήσεις παίζοντας video games. Στις φαβέλες της Βραζιλίας τοποθετήθηκαν μονάδες ηλεκτρονικών υπολογιστών στους δρόμους. Στα μεγάλα πανεπιστήμια οι φοιτητές οικονομικών παρακολουθούν εικονικές οικονομίες και «παίζουν» τους διοικητές Κεντρικών Τραπεζών, τους υπουργούς Οικονομικών ή τους χρηματιστές. Στη Νέα Υόρκη, μεγάλη εταιρεία προγραμματιστών αναζητά απόφοιτους πολιτικών επιστημών από τα «καλά» πανεπιστήμια για να παίξουν ένα video game που έχουν αναπτύξει με στόχο «να εκπαιδευτούν οι αντιπολιτεύσεις σε δικτατορικά καθεστώτα».

Ο κόσμος αλλάζει.
Όταν το 1992 εκδόθηκε το παρεξηγημένο βιβλίο του Francis Fukuyama «Το τέλος της ιστορίας και ο τελευταίος άνθρωπος», αναπτύχθηκε η θεώρηση ότι, μετά από μία εξελικτική πορεία χιλιάδων χρόνων, η ανθρωπότητα έχει φτάσει στο τέλος της αναζήτησης ενός συστήματος διακυβέρνησης που να είναι και βιώσιμο και δίκαιο. Οι φιλελεύθερες (ως προς τα δικαιώματα, όχι την οικονομία) δημοκρατίες, υποστήριξε ο Fukuyama, είναι το τέλος της αναζήτησης αυτής. Παρά τις στρεβλώσεις που έγιναν από διάφορους σχολιαστές, οι οποίοι προφανώς ανέγνωσαν μόνο τον τίτλο του βιβλίου, η θεωρία του δεν έχει διαψευστεί από την αντίθετη άποψη του Huntington, ο οποίος προέβλεψε τον διαμελισμό του κόσμου σε διάφορα πολιτεύματα στη «Σύγκρουση των πολιτισμών».
Ωστόσο, σήμερα διαφαίνονται τα πρώτα στοιχεία μιας νέας ροπής στην Ιστορία του ανθρώπινου γένους. Η πρόσβαση στο Διαδίκτυο και οι διαδικτυακές τεχνολογίες αλλάζουν τα πάντα. Δεν είναι μάλιστα τυχαίο, που η πρόσβαση στο Διαδίκτυο προστατεύεται πλέον και νομικά ως θεμελιώδες δικαίωμα μετά την ψήφιση σχετικής Οδηγίας από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο την περασμένη εβδομάδα.

Πριν από μερικές χιλιάδες χρόνια, ο βασικότερος πόρος παραγωγής ήταν το κυνήγι. Με την ανάδειξη της γεωργίας, όμως, η ισχύς μετατοπίστηκε από τους έχοντες σωματική δύναμη στους θρησκευτικούς ηγέτες, οι οποίοι «έλεγχαν» τους ημερολογιακούς κύκλους της κοινωνίας και επομένως την παραγωγική ικανότητα της οικονομίας, μέχρι που η ανάπτυξη μεγαλύτερων κοινοτήτων μετατόπισε τις σχετικές τιμές και επέφερε ισχυρότερα ιδιοκτησιακά δικαιώματα. Αυτή η εξέλιξη οδήγησε στον φεουδαρχισμό και στη συνέχεια – με την ανάδειξη του κεφαλαίου κατά τη βικτωριανή εποχή – στον καπιταλισμό. Κάθε φορά, τα πολιτεύματα άλλαζαν «κέντρο βάρους» και βασίζονταν, για την επιβίωσή τους, στην κοινωνική τάξη που είχε τον έλεγχο του κυριότερου παραγωγικού πόρου: Οι ηγέτες-πολεμιστές, οι θρησκευτικοί ηγέτες, οι γαιοκτήμονες και οι κεφαλαιοκράτες αποτέλεσαν, ο καθένας με τη σειρά του, τη «βάση» του πολιτεύματός του. Υπήρξαν, φυσικά, εξαιρέσεις στην πορεία αυτή, όπως η Ρώμη, το Βυζάντιο και η Οθωμανική Αυτοκρατορία, όπου οι στρατιωτικές ελίτ «διόριζαν» τον εκάστοτε αυτοκράτορα, ακόμα και μετά την εποχή που η γη είχε μετατραπεί σε κέντρο της παραγωγής. Άλλο παράδειγμα αποτέλεσε η Ολλανδία, όπου οι έμποροι έλεγχαν την πολιτική ζωή περισσότερο από ό,τι οι γαιοκτήμονες ή οι τραπεζίτες. Η μαρξιστική θεώρηση για την πορεία της ανθρώπινης ιστορίας επαληθεύεται.

Σήμερα, η παγκόσμια οικονομία μπαίνει – και φανερά πλέον – σε μία νέα φάση. Εδώ και μερικά χρόνια, με την ανάπτυξη της τεχνολογίας και με την «έκρηξη» του 1980, άρχισε να γίνεται λόγος για την «κοινωνία της πληροφορίας». Η παραγωγή, η οποία – σχεδόν χωρίς να το καταλάβει κανένας – μετατοπίστηκε στα χέρια των χρηματιστών, αρχίζει πια να στηρίζεται στη γνώση και στις πληροφορίες. Ο έχων τις αρκούντως σημαντικές πληροφορίες και την ικανότητα να τις αναλύσει, έχει πρόσβαση στον πιο σημαντικό παράγοντα παραγωγής στην οικονομία.

Αυτό δεν σημαίνει ότι το κεφάλαιο καθίσταται πόρος «δεύτερης κλάσης». Αντιθέτως, παραμένει – και αυτό είναι πασιφανές – κεντρικός παράγοντας στην παραγωγή, όπως εξάλλου και τα ενοίκια παρέμειναν σημαντικό στοιχείο της παραγωγής ακόμα και μέσα στην «καπιταλιστική» εποχή. Ωστόσο, καθίσταται όλο και πιο σημαντικός ο εντοπισμός ταλέντων και η ανάλυση πληροφοριών. Η μαθηματική και κοινωνική ανάλυση, η ανάπτυξη λογισμικών και η εξεύρεση ανθρώπων που, αφενός, να γνωρίζουν πώς να αναπτύσσουν πρωτογενώς δικές τους προσεγγίσεις και, αφετέρου, να τις εφαρμόζουν στα προβλήματα παραγωγής και διάθεσης αγαθών και υπηρεσιών, μετατρέπονται σιγά-σιγά σε επιτακτική ανάγκη των επιχειρήσεων και των κυβερνήσεων. Η ανάλυση του Άνταμ Σμιθ για τον ανταγωνισμό και τις πληροφορίες, επίσης επαληθεύεται.

Μάλιστα, η πιο ρεαλιστική μοντελοποίηση συστημάτων, όπως στα εμπορικά video games ποδοσφαίρου (στο football manager), στα πεδία μάχης (όπως το Operation Flashpoint), ακόμα και στο CERN, καθιστά την ανθρώπινη ευφυΐα (και εκπαίδευση) ακόμα πιο απαραίτητη για να αξιοποιηθεί και η τεχνητή νοημοσύνη.

Αυτές οι διαρθρωτικές αλλαγές στην παγκόσμια οικονομία θα έχουν σοβαρές επιπτώσεις στην υφή των πολιτευμάτων μας. Οι πιο φτωχοί νεαροί στις φαβέλες μπορούν πια να εντοπιστούν από σχολές, πανεπιστήμια και ποδοσφαιρικές ομάδες. Η προνομιακή πρόσβαση των πλουσίων στην εκπαίδευση και τις πληροφορίες φτάνει σε ένα τέλος. Μαθηματικά κεφάλια, οι νομπελίστες του μέλλοντος και οι μεγάλοι ερευνητές, θα προέρχονται πλέον από όλα τα φάσματα της κοινωνίας, σε αντίθεση με σήμερα, που η μπουρζουαζία κατέχει σχεδόν το μονοπώλιο.
Και, με όλα αυτά, οι φιλελεύθερες δημοκρατίες θα αναγκαστούν να προσαρμοστούν σε μία νέα εποχή…


Avant garde προς τα πίσω…

27/11/2009

Πριν από μερικούς μήνες, η στήλη είχε γράψει ότι η Κύπρος περνά σήμερα μία από τις πιο ενδιαφέρουσές της στιγμές. Η κοινωνία, αντιμέτωπη με στεγανά που κληροδοτήθηκαν από παλαιότερες γενιές αλλά εκδηλώνονται με νέους τρόπους, αντιδρά και αναζητά φρέσκιες εκφράσεις αντίστασης. Άλλοτε καθαρά κοινωνικά, άλλοτε πολιτιστικά και καλλιτεχνικά, τα ρεύματα αντίδρασης είναι, σε αντίθεση με το παρελθόν, εποικοδομητικά. Υπήρξαν ακόμα και πολιτικές εκφάνσεις αυτού του φαινομένου. Η κίνηση Alert, νέα περιοδικά και ιστοσελίδες, ακόμα και καλλιτεχνικά ρεύματα, καθώς και η ανάκαμψη της ροκ σκηνής ανάμεσα στους έφηβους, καταδεικνύουν ότι υπάρχει σπόρος για κοινωνική πρόοδο.

Με λύπη παρατηρούμε, όμως, ότι σε αυτή την avant-garde εποχή, όπου αναπόφευκτα κυριαρχεί το (συνήθως αποτυχημένο, αλλά χρήσιμο) «πειραματικό» ρεύμα, υπάρχουν και στεγανά ανάμεσα σε εκείνους που πρώτοι έχουν το κοινωνικό ένταλμα να λειτουργήσουν ως σκαπανείς.

Η Ένωση Σκηνοθετών Κύπρου οργανώνει, από τις 4 μέχρι τις 10 Δεκεμβρίου, το 1ο Φεστιβάλ Ταινιών Κυπρίων Σκηνοθετών, στο οποίο θα προβληθούν 18 ταινίες. Ως εδώ καλά. Ο γράφων δεν έχει παρακολουθήσει όλες τις ταινίες και δεν έχει, επομένως, ιδίαν άποψη για αυτές. Ωστόσο, οι περιλήψεις των ταινιών του φεστιβάλ διαβάζονται ως παλαιοκρατικά, γραφικά και (το κυριότερο) αναποτελεσματικά προπαγανδιστικά κειμενάκια.

Το σημαντικότερο, όμως, είναι πως το πρώτο φεστιβάλ Κυπρίων σκηνοθετών έχει δύο χαρακτηριστικά. Πρώτον, εστιάζεται – και πάλι – στην εισβολή. Δεύτερο, οι πλείστες από τις «καλές» ταινίες είναι παλιές.

Το πρώτο χαρακτηριστικό είναι αρνητικό, όχι διότι το αντικείμενο δεν αξίζει να προβληθεί, αλλά διότι διερωτάται κανείς γιατί προβάλλεται σήμερα. Οι «παλιές» ταινίες και ντοκιμαντέρ, που γυρίστηκαν όταν ακόμα τα βιώματα του 1974 ήταν νωπά, εξυπηρετούσαν κάποιους σκοπούς. Ήταν ένα αξιόπιστο μέσο καταγραφής των συνθηκών και γεγονότων, ήταν ένα μέσο εξερεύνησης των βαθύτερων ερωτημάτων και συναισθημάτων που γεννήθηκαν από τα γεγονότα, ήταν ακόμα ένα μέσο κάθαρσης, ατομικά και συλλογικά. Η «προπαγανδιστική» τους αξία προέκυπτε από το γεγονός ότι, ως έργα, δεν έπεφταν στην ίδια κατηγορία με εκείνα της Leni Riefenstahl, και γι’ αυτό είναι πειστικά ως προς τα δίκαια του λαού μας. Σήμερα, τα επίμαχα θέματα δεν μπορούν να αφορούν τόσο το 1974, όσο τα αποτελέσματά του, τις σημερινές συνθήκες, τα βαθύτερα εθνικά, φιλοσοφικά και ανθρώπινα ερωτήματα που αντιμετωπίζει η κοινωνία. Από ό,τι φαίνεται, αυτά τα ερωτήματα (που πρώτοι καλλιτέχνες όπως τους σκηνοθέτες οφείλουν να θέτουν ενώπιον της κοινωνίας) απουσιάζουν από το φεστιβάλ, το οποίο προτίμησε να δείξει 18 παλαιές και νέες ταινίες, παρά να εστιάσει την προσοχή του στο παρόν και στα επίπονα διλήμματα της κοινωνίας.

Δεύτερο, διερωτάται κανείς γιατί προβάλλεται σήμερα ο «Βιασμός της Αφροδίτης». Η ταινία είναι εξαιρετική, αλλά, στα πλαίσια ενός σημερινού φεστιβάλ, τίθεται το ερώτημα: Δεν υπάρχουν πιο πρόσφατες ταινίες; Δυστυχώς φαίνεται ότι η απάντηση είναι όχι. Το ίδιο ισχύει και για το «Δρόμοι και πορτοκάλια», το οποίο ο γράφων θεωρεί εξαίρετο εγχείρημα υπό τις συνθήκες. Αξίζει να προβάλλονται αυτές οι δημιουργίες, όχι όμως και να αποτελούν τον πόλο έλξης ενός φεστιβάλ που διοργανώνεται στο τέλος του 2009. Εξάλλου, εάν δεν υπάρχει αρκετή παραγωγή για να δικαιολογήσει ένα φεστιβάλ, τότε γιατί τίθεται ως θέμα το «πραξικόπημα/εισβολή/κατοχή/προφυγιά» αντί για παράδειγμα «τα μεγάλα διλήμματα της ημικατεχόμενης Κύπρου»;

Ακόμα, αξίζει να σημειωθεί και κάτι άλλο. Από τη μια, υπάρχουν εξαίρετες αλλά παλαιές ταινίες, και από την άλλη προπαγανδογραφήματα. Αξιόλογες προσπάθειες νέων σκηνοθετών, οι οποίες, αν και λίγες στον αριθμό, έχουν πολλά να πουν, δυστυχώς φαίνεται ότι θα αντιμετωπιστούν ως δεύτερης κατηγορίας έργα.


Να το πείτε της Yoani

25/11/2009

Μόλις αυτό τον μήνα, η Yoani Sánchez, η πιο διάσημη blogger της Κούβας, απήχθηκε, ξυλοκοπήθηκε μέσα σε ένα φορτηγό, και μετά αφέθηκε ελεύθερη. Ο οργανισμός Human Rights Watch και ο φίλος της Κύπρου γερουσιαστής Robert Menendez, φωνάζουν. Η κυβέρνηση χειροκροτεί και οργανώνει εκδηλώσεις.

Ο θυμός του γερουσιαστή Μενέντεζ κατά του προέδρου Χριστόφια σχετικά με το άνοιγμα της πρεσβείας της Κύπρου στην Κούβα έχει σημαντικές προεκτάσεις, αφού πρόκειται για ένα βασικό φίλο του κυπριακού λόμπι στην γερουσία. Μάλιστα, το πρόβλημα είναι ακόμα πιο σοβαρό διότι, μετά από μια σειρά από αποχωρήσεις (λόγω ηλικίας) τα τελευταία τρία με τέσσερα χρόνια, το κυπριακό και ελληνικό λόμπι έχει αποδυναμωθεί σημαντικά στην Ουάσιγκτον.
Ο θυμός του Μενέντεζ εντάθηκε, όχι μόνο διότι οι διαβεβαιώσεις που έλαβε από τον πρόεδρο ήταν, τελικά, εσφαλμένες, αλλά, κυρίως λόγω της Κομμουνιστικής ομιλίας του προέδρου στην τελετή στην Κούβα, η οποία, σε μία έξαρση αναχρονισμού, δυστυχώς θύμιζε και πάλι Σοβιετικές καταστάσεις.
Το σημαντικότερο στοιχείο, όμως, έγκειται στους λόγους για τους οποίους ο κ. Μενέντεζ αισθάνεται τόσο έντονα για το θέμα. Είναι σίγουρο ότι ο γερουσιαστής έγινε φίλος των εθνικών μας συμφερόντων διότι είχε ανάγκη την «ελληνική» και «κυπριακή» ψήφο όταν κατέβαινε υποψήφιος για το Κογκρέσο. Στην περιφέρειά του κατοικούσαν πολλοί Έλληνες και Κύπριοι, και η AHEPA (American-Hellenic Educational Progressive Association) είχε έντονη παρουσία. Το ίδιον όφελος, όμως, έχει αποδυναμωθεί από τότε που ο κ. Μενέντεζ «προάχθηκε» από το κογκρέσο στην γερουσία. Δεν εκλέγεται πλέον σε μία περιφέρεια της πολιτείας του, αλλά από ολόκληρη την πολιτεία, και εξαρτάται σε μικρότερο βαθμό από την ψήφο της AHEPA. Σήμερα, οι Παλόουν, Φρέλιγκχάουζεν και Χόλτ έχουν «κληρονομήσει» την εξάρτηση από το ελληνικό-κυπριακό λόμπι και πρέπει να τύχουν προσοχής.
Αντίθετα, ο Μενέντεζ έχει πλέον μόνο ελάχιστη προσωπική ανάγκη από την εθνική ψήφο των Ελλήνων και Κυπρίων του Νιου Τζέρσευ. Έχει, όμως, ένα κόλλημα, και είναι από τους ελάχιστους ανθρώπους της πολιτικής ζωής, όχι μόνο των ΗΠΑ, αλλά και γενικότερα, που ενδιαφέρεται για το κυπριακό επί των αρχών.
Το ενδιαφέρον του δεν είναι άσχετο με την δική του εμπειρία, ως Κουβανός, αν και, για να είμαστε δίκαιοι, το παρατραβά κάποτε.
Ο πρόεδρος, πάντως, πήγε στην Αβάνα λίγο μετά την συνάντηση με τον Μενέντεζ και έκανε αναφορές για «το νησί της επανάστασης και της ελευθερίας». O Μενέντεζ τα φόρεσε και αντέδρασε πολύ έντονα στην τοποθέτηση του προέδρου. Δικαίως. Ο πρόεδρος μήπως δεν αναγνωρίζει το δικαίωμα των δημοσιογράφων να μην παθαίνουν περίεργα ατυχήματα όποτε ασκήσουν κριτική; Ή μήπως θεωρεί ότι η πολιτική της πυξ-λαξ αποσιώπησης αποτελεί αποδεκτό μέσο άσκησης εσωτερικής πολιτικής; Ας στείλουμε, λοιπόν, διπλωματική νότα στον Μενέντεζ να τον ενημερώσουμε ότι «ελευθερία» έχει διαφορετικό νόημα στις ΗΠΑ και διαφορετικό στην Κούβα. Η στήλη θεωρεί, ακόμα, σημαντικό να αποσταλεί από το διπλωματικό γραφείο του προεδρικού σημείωμα στον Μπαμπινιώτη, να του εξηγήσει ο όρος «ελευθερία» δεν σημαίνει πάντα το ίδιο: όταν πρόκειται για (δήθεν) κομμουνιστικό πολίτευμα, τότε «ελευθερία» σημαίνει ότι το κράτος μπορεί ελεύθερα να γονατίζει πάνω στο λαιμό των πολιτών.
Κανένα από αυτά δεν αθωώνει τους Αμερικανούς για τα δικά τους, φυσικά, αλλά θα μπορούσε ίσως ο πρόεδρος να χρησιμοποιήσει πιο κατάλληλη γλώσσα, να προστατέψει λίγο τους συμμάχους μας (αντί να τους εκθέτει) και να δείξει ότι έχει πια ξεπεράσει το κόλλημα με μια επανάσταση του 1959.
Στην Κούβα, όπου οι αδερφοί Κάστρο επιλέγουν 609 υποψήφιους οι οποίοι κατεβαίνουν για 609 θέσεις, δεν επικρατεί «ελευθερία». Για την υποχρεωτική εργασία στα ζαχαροκάλαμα δεν αποτελεί άλλοθι η «επανάσταση». Ποιος κύπριος έχει τα μούτρα να πει στους πολιτικούς κρατούμενος του Isla des Pinos ότι πιστεύει στην «ελευθερία» μετά το νέο ατόπημα του προέδρου;
Η συνέχεια που έδωσε ο Μενέντεζ στο θέμα δείχνει πόσο σοβαρό είναι το πρόβλημα, όταν μία χώρα που στερείται την δική της ελευθερία, αποκαλεί την Κούβα «ελεύθερη», όταν αρνείται να πανηγυρίσει το τέλος του Ψυχρού Πολέμου (ας ρωτήσει και τους πρώην Σοβιετικούς) και όταν αναγνωρίζει την κινεζική Κατοχή του Θιβέτ. Επιτέλους, ας καταλάβουν ότι η ελευθερία δεν σημαίνει μόνο ελευθερία από τους Αμερικάνους, αλλά από όλων των ειδών τυράννους. Και ας στείλει ο πρόεδρος, μήνυμα στην Yoani Sánchez να της κάνει μάθημα για την «ελευθερία» στην Κούβα.


Το τέλος της ενιαίας οικονομίας

22/11/2009

Στις αρχές του 1945, και για οκτώ ημέρες, οι νικητές του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου συναντήθηκαν στην Γιάλτα της Κριμαίας για να διαχωρίσουν τις σφαίρες επιρροής τους και να μοιράσουν την Ευρώπη. Το project είχε ήδη αρχίσει στην Τεχεράνη, και θα ολοκληρωνόταν λίγο έξω από το Βερολίνο -στο άλλοτε πανέμορφο Πότσνταμ- όπου ο νέος αμερικανός πρόεδρος θα λάμβανε την είδηση ότι το Πρόγραμμα του Μανχάταν είχε ολοκληρωθεί και η ατομική βόμβα ήταν έτοιμη για δοκιμή στη Χιροσίμα. Άρχιζε μια νέα ψυχρή εποχή.
Η Ευρώπη, φυσικά, δεν μοιραζόταν για πρώτη φορά. Ολόκληρη η ιστορία της ηπείρου μας χαρακτηρίστηκε από την διαλεκτική της ένωσης που επέφερε τον χωρισμό. Από τον καιρό των Ρωμαίων μέχρι τον Καρλομάγνο, και από την κόντρα του Ρισελιέ με τους Αψβούργους μέχρι τον Ναπολέων και την Βιέννη, όλες οι προσπάθειες στηρίχθηκαν στη βία. Μετά ακολούθησε το «Γερμανικό πρόβλημα», με την δυναμική και πανίσχυρη ενοποίηση του Βίσμαρκ, η οποία κατέστησε αναπόφευκτο (συστημικά μιλώντας) τον Α’ Παγκόσμιο και τις Βερσαλλίες. Κι αφότου μεσολάβησε ένας πόλεμος που έθεσε το φιλοσοφικό ερώτημα εάν μπορεί κανείς να είναι «άνθρωπος» ή εάν έχουμε καταστεί ένα γένος ζώων, όπως ρώτησαν ο Αντόρνο και ο Ελάι Βαϊζέλ, καταλήξαμε στην Γιάλτα.
Από τότε, και μετά από πολλές προσπάθειες, η Ευρώπη επιχείρησε να ενωθεί, για πρώτη φορά ειρηνικά, και να θέσει ένα τέλος στις αποφάσεις που λήφθηκαν στο θέρετρο της Κριμαίας όπου οι υπερδυνάμεις μοίρασαν τις χώρες μας ωσάν να ήταν πίττα. Η ιστορία που άρχισε με την διακήρυξη που ο Ζαν Μονέ έγραψε και ο Ρόμπερτ Σούμαν πίστεψε και ανέγνωσε, είναι λίγο-πολύ γνωστή.
Η Ευρωπαϊκή (μας) Ένωση ήταν για χρόνια μια κατεξοχήν «ενιαία οικονομία». Η ολοκλήρωση του μεγάλου πολιτικού και πολιτισμικού πειράματος, της «ένωσης των λαών» όπως είχε πει ο Μονέ, ξεκίνησε από την ενοποίηση των τελωνείων και των λογιστών, χωρίς μεγάλες μάχες όπως του Άουστερλιτζ ή του Βερντέν. Αντί για στρατηγούς, η Ευρώπη βασίστηκε σε ανιαρούς κοστουμοφόρους ευρωκράτες που για χρόνια τώρα ξεθυμάνουν από τις μελέτες αντίκτυπου και τις κοινοβουλευτικές τροπολογίες πίνοντας άσπρη μπίρα στη πλατεία του Λουξεμβούργου. Ούτε ένδειξη δόξας, ούτε ένδειξη μεγαλείου.
Αρκετοί επιμένουν, κάποτε ενδόμυχα και κάποτε φανερά, ότι η Ευρώπη θα παραμείνει μια ενιαία οικονομία και τίποτα παραπάνω. Γι’ αυτούς η Τουρκία αποτελεί βασικό χαρτί, αφού η ενδεχόμενη ένταξή της θα θέσει τέρμα στην πολιτική ολοκλήρωση και θα αναγκάσει την Ε.Ε. να δεχθεί ότι είναι, κατά βάση, ένας οικονομικός οργανισμός.
Ωστόσο, για άλλους υπήρξε και το αμερικανικό παράδειγμα. Οι αμερικανοί έφτασαν στην δική τους ομόσπονδη ολοκλήρωση χρησιμοποιώντας τις αρμοδιότητες που η κεντρική κυβέρνηση έχει σε σχέση με το εσωτερικό εμπόριο μεταξύ των πολιτειών. Ακόμα και τα δικαιώματα των έγχρωμων αμερικανών, προωθήθηκαν με βάση την «Μεγάλη Κοινωνία» του Λύντον Τζόνσον και τις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου των ΗΠΑ, οι οποίες πάντοτε έκαναν αναφορά στο «interstate commerce». Όλα ξεκίνησαν από την «ενιαία οικονομία», η οποία δεν ήταν αυτοσκοπός, αλλά μέσο για την πολιτική ολοκλήρωση. Ο Μονέ, που υπηρέτησε στις ΗΠΑ κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, γνώριζε καλά αυτή την ιστορική διαδικασία.
Το βράδυ της Πέμπτης, αποφάσισαν οι Ευρωπαίοι ηγέτες να απορρίψουν την υποψηφιότητα του χαρισματικού Τόνι Μπλερ για το ανώτατο αξίωμα της νέας Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αντί του lifestyle πολιτικού, που είναι και φίλος του Μπόνο, επέλεξαν οι 27 ένα ανιαρό και άχρωμο Βέλγο, τον Herman van Rompuy του οποίου το όνομα δεν είναι ακόμα ξεκάθαρο πώς προφέρεται (οι πλείστοι, όμως, τείνουν προς το Φλαμανδικό «φον Ρόμπαου»). Η γυναίκα του τον αποκαλεί Ράμπο, αλλά αυτό μάλλον είναι για αστείο. Η πρόοδος του πολιτικού πολιτισμού της ΕΕ, από τους «στρατηγούς» προς τους ανιαρούς τεχνοκράτες, φαίνεται να εδραιώνεται. Μετά τον άγνωστο πρώην πρωθυπουργό της Πορτογαλίας, τον Ζοζέ Μανουέλ Μπαρόσσο, προέκυψε σήμερα ένας δεύτερος πρόεδρος με τα ίδια χαρακτηριστικά: άγνωστος, χωρίς περγαμηνές, αλλά άνθρωπος με τεχνοκρατική προσέγγιση που γνωρίζει πώς να επιτυγχάνει συνενωτικές και συμβιβαστικές λύσεις.
Μετά την απαρχή της «εκδίκησης» για τον διαχωρισμό της Γιάλτας, που άρχισε στο Μάαστριχτ πριν από 17 χρόνια, η ΕΕ δεν μπορεί πλέον να χαρακτηριστεί «οικονομικός οργανισμός με πολιτικές προεκτάσεις». Είναι, πλέον, ένας αμιγώς πολιτικός οργανισμός. Η Συνθήκη που θα τεθεί σύντομα σε ισχύ, αλλάζει τα δεδομένα. Πια, ο Χένρι Κίσινγκερ δεν θα μπορεί να πει ότι η Ευρώπη είναι εκτός παιγνιδιού διότι δεν ξέρει ποιού να τηλεφωνήσει για να μιλήσει με τον ηγέτη της. Θα τηλεφωνά, αν θέλει, στον φον Ρόμπαου και θα έχει αντίπαλο δέος.
Μαζί με την εποχή των ανιαρών ηγετών, η ΕΕ εγκαινιάζει, σιγά-σιγά, και μια νέα εποχή στην δική της φύση. Η οικονομική ενοποίηση έχει φέρει την απονεύρωση των πολιτικών πόλων στις Βρυξέλλες και έχει αναδείξει το ταλέντο για συμβιβασμό και τους χαμηλούς τόνους σε απαραίτητο χαρακτηριστικό ενός πετυχημένου ηγέτη. Σ’ αυτό το σημείο, υπάρχουν και μαθήματα για την Κύπρο, που επίσης επιχειρεί να επανενωθεί.


”Kristallnacht στα γήπεδα futsal”

20/11/2009

Ολόκληρη η ιστορία που ξετυλίχτηκε μετά τα επεισόδια της Κυριακής, προκάλεσε έντονη ανάγκη στους έχοντες την ευθύνη να εκφράσουν κάποια εξήγηση για το πώς συνέβηκε ένα φαινόμενο τόσο περίεργο. Οι παλαιότερες γενιές, οι οποίες, όταν δεν σκότωναν ο ένας τον άλλο, σκότωναν εχθρούς και αθώους και παρέδωσαν τη χώρα μας σε ξένα στρατεύματα, αποφάσισαν ότι οι νέοι χάλασαν. Δεν χάλασαν οι νέοι, κύριοι. Σαν τα δικά σας τα χάλια βγήκαν.

Άλλοι, φυσικά, κατέφυγαν σε πιο «κλασικές» εξηγήσεις. Φταίει, κατά κάποιους, η ΚΟΠ. Περιέργως, φυσικά, διότι τα χάλια της ΚΟΠ είναι άσχετα με την έλλειψη εθνικού φρονήματος ανάμεσα στους «δεξιούς» και την έλλειψη αλληλέγγυων αισθημάτων ανάμεσα στους «αριστερούς». Για άλλους, φταίνε τα σωματεία που ανέχονται και στηρίζουν τους πυρήνες βίας που αναπτύσσονται ανάμεσα στους οργανωμένους τους. Η Αστυνομία, με τη σειρά της, έδρασε με τον ερασιτεχνισμό και την ευθυνοφοβία που τη χαρακτηρίζει γενικότερα, αφού ξέρει να δέρνει μόνο όταν πρόκειται για νέους δεμένους με χειροπέδες. Και επίσης δεν μπορεί να ξεχωρίσει τους ποδοσφαιριστές από τους χούλιγκαν μέσα στο λεωφορείο.

Η κάθε εξήγηση έχει το δικό της μερίδιο αλήθειας, αλλά και τη δική της σκοπιμότητα. Μία, όμως, εμένα μου έκοψε την ανάσα. Ο υπεύθυνος του Γραφείου Παιδείας του ΑΚΕΛ σημείωσε ότι για όλα, εν τέλει, φταίει το γεγονός ότι δεν έχουν πολιτικοποιηθεί αρκούντως οι νέοι και πως, εάν είχαν πολιτικοποιηθεί, δεν θα γίνονταν όσα έγιναν.

Ίσως διότι δεν ξεχνάμε ούτε τη Hitler Jugend ούτε τη δράση του Νίκου Τσαουσέσκου (υιού του Νικολάε) στη Ρουμανία και τα γεγονότα της Τιμισοάρα, η στήλη διαφωνεί. Μπορεί αυτές οι περιπτώσεις να είναι ακραίες, αλλά αντικατοπτρίζουν το αποτέλεσμα της «πολιτικοποίησης» των νέων. Δεν χρειάζονται στεγανά οι νέοι για να αποκτήσουν φρονήματα, ούτε χρειάζονται κόμματα για να έχουν πολιτική άποψη. Αυτή η διαπίστωση είναι εξαιρετικά επίκαιρη, ιδίως όταν μιλάμε δυο μέρες μετά την επέτειο του Πολυτεχνείου. Οι ολοκληρωτικές προσεγγίσεις έχουν αποδειχθεί δυσλειτουργικές, όχι μόνο στα πιο πάνω παραδείγματα, αλλά σε ολόκληρο το ανατολικό μπλοκ. Και όχι μόνο στο εξωτερικό, αλλά και στην Κύπρο. Ας μην ξεχνάμε ότι τα φαινόμενα βίας μπορεί να έχουν φτάσει σε πρωτοφανές επίπεδο στον αθλητισμό μας, αλλά δεν είναι πρωτοφανή για την κοινωνία μας. Κάθε φορά, όπως και σήμερα, πίσω από τη βία κρύβονται νοσηρές αντιλήψεις που παριστάνουν τα «πιστεύω». Πριν από μία εβδομάδα, αυτή η στήλη έγραψε, για παράδειγμα, ότι είναι προφανές το γεγονός ότι όσοι αναρτούν σβάστικες και αυτοαποκαλούνται «Έλληνες», δεν κατέχουν ούτε τα στοιχειώδη, ούτε σχετικά με την ελληνική ιστορία, ούτε, ακόμα, για τα είδωλά τους.

Αντίθετα με την τοποθέτηση του υπεύθυνου του Γραφείου Παιδείας του ΑΚΕΛ, η στήλη σημειώνει τα πιο πάνω διότι μόνο επιδείνωση της κατάστασης μπορεί να προκληθεί εάν θεωρήσουμε ότι η πολιτικοποίηση είναι λύση, τη στιγμή που είναι σημαντικό μέρος του προβλήματος. Όπως και όλες οι άλλες εξηγήσεις που δόθηκαν, φυσικά, έχει και τη δική της σκοπιμότητα, αφού αποτελεί στάση απενοχοποίησης μίας από τις «παρατάξεις» που μεγαλούργησαν την Κυριακή. Ωστόσο, με όλο τον σεβασμό, δεν μπορούμε παρά να εκφράσουμε την ανησυχία μας όταν το πρόβλημα ενός τόσο σοβαρού φαινομένου θεωρείται από άτομο που έχει θέση ευθύνης, ως μέρος της λύσης.


H νομαδική βοσκή και η «ισπανική» μας επισφάλεια

16/11/2009

Κατά τη διάρκεια του 16ου αιώνα, το μερινό μαλλί απέκτησε μεγάλη αξία στις αγορές των Κάτω Χωρών, και κυρίως στη Φλάνδρα, όπου τύγχανε επεξεργασίας και εξαγόταν μέσω του μεγάλου στόλου που οι Ολλανδοί είχαν αναπτύξει κατά την εποχή. Οι οργανωμένες νομαδικές βοσκές άρχιζαν από τα βουνά της Καντάβριας και κατέληγαν στην Εστρεμαδούρα και την Ανδαλουσία, διασχίζοντας ολόκληρη την Ισπανία.

Σε αντίθεση με τα γεωργικά προϊόντα που μπορούσαν να φορολογηθούν μόνο κατά την παραγωγή ή την εξαγωγή, οι Αψβούργοι εύκολα συνειδητοποίησαν ότι μπορούσαν να ιδρύσουν σταθμούς διοδίων στις διαδρομές των κοπαδιών και να αυξήσουν τα εισοδήματά τους. Το μερινό, ως εξαιρετικά ακριβό προϊόν, μπορούσε έτσι να φορολογηθεί με ευκολία, σε μία εποχή κατά την οποία, εξαιτίας των αστρονομικών δαπανών της Αυλής αλλά και των συνεχών πολέμων, το κράτος είχε σοβαρά χρέη. Ακόμα και η ανακάλυψη χρυσού στις νοτιοαμερικανικές αποικίες δεν αρκούσε για τα χρέη του Καρόλου Α΄ και του σπάταλου υιού του, Φιλίππου Β΄.

Έτσι, οι οργανωμένοι βοσκοί, οι Μέστα, απέκτησαν μεγάλη επιρροή στην Αυλή του Τολέδου και αργότερα της Μαδρίτης. Αποτέλεσαν ένα ισχυρό λόμπι που μπορούσε να εγγυηθεί συνεχείς αυξήσεις στα έσοδα του κράτους, αφού είχαν την ικανότητα να αυξάνουν συνεχώς τις τιμές του μερινού τους μαλλιού στις ξένες αγορές της Ευρώπης. Γι’ αυτό τον λόγο, οι βασιλικές αρχές δεν δίσταζαν να επεκτείνουν συνεχώς τα προνόμια των Μέστα, τα οποία συχνά έφταναν στα όρια του παραλόγου. Σχεδόν πάντοτε, τα προνόμια αυτά απέβαιναν εις βάρος της οικονομίας.

Αποτέλεσμα ήταν η συνεχής μείωση της αγροτικής παραγωγής καθ’ όλη τη διάρκεια του 16ου αιώνα, αφού οι γεωργοί ήταν σε όλο και πιο δυσμενή θέση σε σχέση με τους βοσκούς και έχαναν ακόμα και τον έλεγχο της γης τους για χάρη της νομαδικής βοσκής. Μέχρι τις αρχές του 17ου αιώνα, πολλές φάρμες είχαν εγκαταλειφθεί εξ ολοκλήρου.

Οι Ισπανοί βασιλείς, που δανείζονταν για να χρηματοδοτήσουν τα χρέη τους, δεν έλαβαν τα αναγκαία μέτρα για να εξυγιάνουν τις δαπάνες τους, αλλά προτίμησαν απλώς να περικόψουν κάποια ποσά και να αυξήσουν τα έσοδά τους από τις νηοπομπές χρυσού και τη φορολόγηση των πόρων τους. Το αποτέλεσμα ήταν οι βασιλείς της Ισπανίας να κηρύξουν πτώχευση επτά φορές μέσα σε εκατό χρόνια. Μάλιστα, οι Ισπανοί Αψβούργοι διαδραμάτισαν σημαντικό ρόλο στην πτώχευση θρυλικών τραπεζιτών, όπως των Φούγκερ, λαμβάνοντας μεγάλα δάνεια τα οποία ήταν, τελικά, επισφαλή.

Σήμερα, η κυπριακή οικονομία προσομοιάζει στις πιο πάνω περιστάσεις. Η λογική της κατεπείγουσας αύξησης των εσόδων του κράτους αποπνίγει την οικονομία. Το αποτέλεσμα είναι να χρειάζονται ολοένα και πιο ευφάνταστοι τρόποι μείωσης των ελλειμμάτων, οι οποίοι αποδεικνύονται, μάλιστα, καταπιεστικοί για την οικονομία. Επιχειρώντας να διατηρήσει αχρείαστες δαπάνες, σε συνδυασμό με πρόσκαιρες και γενικές περικοπές κονδυλίων, το κράτος αναζητά εισοδήματα από όπου μπορεί.

Οι προσπάθειες του υπουργού Οικονομικών να περισώσει την κατάσταση σκοντάφτουν στο γεγονός ότι, όταν ο Πρόεδρος επέλεγε να διορίσει στο Υπουργείο ένα άτομο που δεν είναι πολιτικός, δεν είχε αντιληφθεί ότι οφείλει να τον στηρίζει και να τον θωρακίζει από τις πολιτικές παρεμβάσεις στο έργο του. Αντίθετα, άπαντες σχεδόν στην κυβέρνηση τον άφησαν να αγωνίζεται μόνος και συνεχώς θέλουν να εξαιρέσουν εαυτούς από τις μειώσεις δαπανών.

Το τελευταίο παράδειγμα με τις 34 αεροπορικές εταιρείες που απέστειλαν, διά του εκπροσώπου τους, επιστολή στην κυβέρνηση για το νέο αεροδρόμιο, διαγράφει τη γενικότερη κατάσταση. Το κράτος επιχείρησε να αποκομίσει και νέο υπερσύγχρονο αεροδρόμιο χωρίς να δαπανήσει ουσιαστικά τίποτα και υψηλά εισοδήματα. Στην προσπάθειά του αυτή, «πέτυχε» ένα συμβόλαιο που υποχρεώνει, ουσιαστικά, τη διαχειρίστρια εταιρεία να αυξάνει συνεχώς τα τέλη της, με αποτέλεσμα να δηλώνουν ευθαρσώς οι αερομεταφορείς ότι η Κύπρος, ως προορισμός, είναι υποδεέστερος των ανταγωνιστών. Τα τελευταία μέτρα, όπως η μείωση των τελών προσγείωσης, αποτελούν αμελητέα βελτίωση μπροστά στις εκχωρήσεις ύψους 33% που λαμβάνει το κράτος πριν καν τη φορολόγηση.

Στην Ισπανία του 16ου αιώνα, τα κέρδη από την κτηνοτροφία, αντί να ενισχύσουν την αγροτική παραγωγή (όπως είχε γίνει στη Γαλλία και την Αγγλία, για παράδειγμα), την κατέστρεψαν. Παρομοίως, στην Κύπρο, αντί το νέο αεροδρόμιο και οι υπηρεσίες του να ενισχύσουν τον τουρισμό, λειτουργούν ανασταλτικά.

Η ιστορία, όμως, δεν τελειώνει εκεί. Το νέο αεροδρόμιο είναι μόνο ένα παράδειγμα. Η λογική των εσόδων του κράτους λειτουργεί εις βάρος της οικονομίας και σε άλλες περιπτώσεις, οι οποίες έχουν απαριθμηθεί πολλές φορές σε αυτή την εφημερίδα και αλλού.
Όπως και με τους Αψβούργους Ισπανούς βασιλείς, εκείνο που υπολείπεται είναι η μεταρρύθμιση και η εξυγίανση των οικονομικών του κράτους. Μόνο πρόσκαιρα επιχειρείται η αύξηση των εσόδων, ενώ και οι περικοπές είναι μάλλον γενικευμένες, με εξαίρεση την αρχή που επέβαλε ο υπουργός Οικονομικών ότι δεν θα δώσει κονδύλια σε εκείνους τους οργανισμούς που διατηρούν αποθέματα από τον προϋπολογισμό τους. Σημαντικότερο από όλα, όμως, θα είναι να τηρηθεί μία στάση που να στηρίζει την οικονομία. Η απλή λογική της αύξησης των εσόδων δεν μπορεί να στηρίζει ένα κράτος ες αεί.


Στύψτε τους ώσπου να τρίξουν οι κοκκόνες

12/11/2009

Μετά από μία σειρά μέτρων που αποσκοπούν στην στήριξη των δεικτών του κράτους, με τρόπο που λειτουργεί εις βάρος των πολιτών, ήρθε χτες και η επίσημη τοποθέτηση της IACA ότι το νέο αεροδρόμιο Λάρνακας είναι ασύμφορο λόγω τελών.

Μάλιστα, η IACA, που εκπροσωπεί 34 αερομεταφορείς, δηλώνει ότι η Κύπρος έχει χάσει το συγκριτικό πλεονέκτημα και «οι επιπτώσεις θα είναι σοβαρές για την οικονομία».

Την ίδια στιγμή που οι αερομεταφορείς, δια του εκπροσώπου τους, σημείωναν ότι η Κύπρος χάνει το παιγνίδι, ολοκληρωνόταν η έκθεση International Tourism Market, που αποτελεί βαρόμετρο για το πώς θα κινηθεί η αγορά του χρόνου. Από τις πρώτες ενδείξεις, το τουριστικό ρεύμα δεν θα σημειώσει σημαντική μείωση πέρα από τους αριθμούς του κακού 2009, αλλά αιωρούνται ερωτηματικά για το πόσο θα πέσουν οι τιμές. Οι διεθνείς πράκτορες έχουν καταστήσει σαφές, εδώ και δύο χρόνια, ότι με τις τιμές μας, εύκολα θα σηκωθούν να φύγουν. Ανακοινώθηκαν, φυσικά, μέτρα, τα οποία οι ξενοδόχοι έχουν –καθήκοντος- χαιρετήσει. Ωστόσο, πίσω από τις ανακοινώσεις, κρύβονται πολλά προβλήματα. Το κράτος θα καταβάλει, λέει, τα τέλη διανυκτέρευσης στους Δήμους, αντί να τα καταβάλλουν οι ξενοδόχοι.

Πάντως, το ίδιο είχε πει και πέρσι, αλλά πολλοί Δήμοι (οι «τουριστικοί», που έχουν να παίρνουν) ακόμα περιμένουν. Πέρα, όμως, από τα μέτρα που δεν θα επηρεάσουν πολλά πράγματα, διερωτάται κανείς πού έχουν πάει οι υποδομές. Οι ανακοινώσεις για μαρίνες είναι ένα πράγμα. Όταν, όμως, απλούστερες υποδομές, όπως πεζόδρομοι, πλατείες, δρόμοι και φωτισμός, δεν προχωρούν, τι να τις κάμουν τις μαρίνες οι επιχειρηματίες του τουρισμού; Πρώτα κόβονται κονδύλια χάριν των δεικτών, και μετά δίνονται τα πιο ορατά και επικοινωνιακά κονδύλια χάριν των μετρήσεων δημοτικότητας.

Η κατάσταση καταδεικνύει την γενικότερη εικόνα που επικρατεί. Όλα άρχισαν με την μείωση των απαλλαγών από φόρους. Οι απαλλαγές μετονομάστηκαν σε φοροδιαφυγή, και μετά ανακοινώθηκε ότι δεν θα μπουν νέοι φόροι. Επισπεύδονται έργα, αλλά υπουργοί ή άλλοι αξιωματούχοι δεν τα υπογράφουν διότι επηρεάζονται συμφέροντα. Μιλούμε για την Πάφο, την Λάρνακα, την Γεροσκήπου, τα Λατσιά, αλλά και άλλα που θα γραφτούν αργότερα. Εν τω μεταξύ, τροχοδρομείται η περεταίρω άσκηση πιέσεων στις επιχειρήσεις. Μετά, άρχισαν άλλα μέτρα, με την επίσπευση του ΦΠΑ και τις συνεχείς «επιδρομές» σε πολίτες που «χρωστούν φόρους».

Σημειωτέον ότι «χρωστούν» σύμφωνα με υπολογισμούς και «αποφάσεις» των λειτουργών, οι οποίες πολλές φορές δεν ευσταθούν και είναι συχνά ακόμα και αυθαίρετες.

Για να σωθεί ένα μικροχιλιοστό στους δείκτες πιέζονται οι επιχειρήσεις. Και δεν μιλάμε για μεγάλες πολυεθνικές, αλλά τον απλό κοσμάκι. Σε μια περίοδο που, όπως βρίσκει το ευρωβαρόμετρο, ένας στους τέσσερις δεν τα βγάζει πέρα, και το άλλο 54% τα βγάζει πέρα με δυσκολία, το κράτος συνεχίζει να πιέζει για να επιτύχει ένα στόχο που δεν έχει νόημα. Σε αυτό το πλαίσιο διαβάζεται η ανακοίνωση της IACA.

Κατάφερε το κράτος να κτίσει ένα όμορφο αεροδρόμιο, το οποίο όμως χρεώνει τόσο υψηλά τέλη που μάλλον δεν θα εξυπηρετεί παρά μόνο ένα κλάσμα των 7,5 εκατομμυρίων που μπορεί να εξυπηρετεί. Καιρός να μεταφερθεί το μήνυμα ότι δεν υπάρχει η Κύπρος για να ικανοποιείται η κυβέρνηση, αλλά υπάρχει η κυβέρνηση για να μας φέρει μια πιο δίκαιη κοινωνία, όπως εξάλλου είχε υποσχεθεί.


Ηθική και περιουσιακό μέσω ΕΕ

09/11/2009

Τελικά, ο Βάτσκλαβ Κλάους δέχτηκε να υπογράψει την Συνθήκη της Λισαβόνας και λίγοι θα θυμούνται την «κρίση» που προέκυψε από την επιμονή του. Η ιστορία θα αναλυθεί από φοιτητές και τους καθηγητές τους και θα υποβαθμιστεί σε ιστορικό γεγονός ελάσσονος σημασίας.
Ωστόσο, σημαντικός είναι ο λόγος για τον οποίο ο Τσέχος πρόεδρος επέμεινε στην εξαίρεση της χώρας του από την Χάρτα Βασικών Δικαιωμάτων πριν να επικυρώσει την συνθήκη. Ανησυχούν οι Τσέχοι διότι, με τη Χάρτα, οι Γερμανοί πολιτικοί πρόσφυγες που εξαναγκάστηκαν (διά της βίας) να εγκαταλείψουν την Sudetenland μετά τον Β’ Παγκόσμιο, ενδεχομένως να μπορούν να καταφύγουν στο ΔΕΚ για την αποκατάσταση των περιουσιών τους.
Καμία σημασία δεν έχει εάν οι Γερμανοί της δυτικής Τσεχίας αποτέλεσαν την δικαιολογία με την οποία ο Χίτλερ εγκαινίασε την επεκτατική του πολιτική. Σήμερα, το μόνο σημείο που έχει σημασία, είναι πως Γερμανοί, ευρωπαίοι πολίτες, ή οι απόγονοί τους, εκδιώχθηκαν παρά τη θέλησή τους –και με τρόπο απάνθρωπο- από τις εστίες τους. Μάλιστα, το δικό τους δράμα ήταν ίσως το χειρότερο του πολέμου, με εξαίρεση εκείνο των εβραίων και των βαλτικών που κατέληξαν στη Σιβηρία. Επιθυμούν, ενδεχομένως, να επιστρέψουν. Και οι Τσέχοι επέβαλαν «μορατόριουμ» στη Συνθήκη, μέχρι να διασφαλίσουν ότι το δικαίωμα της επιστροφής των Γερμανών δεν θα γίνει σεβαστό.
Στην όλη συζήτηση που διεξήχθη στην Ευρώπη, υπήρχαν δύο αντιδράσεις: πρώτο, ότι ο Βάτσκλαβ Κλάους είναι ένας προβληματικός ευρωπαίος που καθυστερεί μία διαδικασία που είναι σημαντική για όλους μας. Δεύτερο, ότι ο Τσέχος πρόεδρος επέμεινε σε ένα σημείο που ήταν τόσο δευτερεύον, που μάλλον ως δικαιολογία μπορούσε να εκληφθεί. Στα σχόλια και τις αντιδράσεις, σχεδόν κανένας –ούτε καν οι ίδιοι οι Γερμανοί- δεν ανέφερε ότι ο Τσέχος πρόεδρος προέτασσε εμπόδια σε ένα βασικό ανθρώπινο δικαίωμα.
Ουδείς συγκινήθηκε με το ανθρώπινο δράμα που μοιάζει με το δικό μας. Παρατήρησε κανείς ότι το δικαίωμα της επιστροφής, ως αρχή, δεν τέθηκε ποτέ στο τραπέζι; Δεν ανησύχησαν οι άρχοντες της εξωτερικής μας πολιτικής για το σαφές μάθημα της ιστορίας αυτής, ότι δηλαδή θα πρέπει να βασίσουμε την περί ηθικών αρχών επικοινωνία μας σε άλλες αρχές και άλλα επιχειρήματα; Γνωρίζουμε, τουλάχιστον, ότι οι Τσέχοι δεν πρόκειται να δεχτούν το επιχείρημα. Γνωρίζουμε, επίσης, ότι το επιχείρημα περί δικαιώματος επιστροφής θα προκαλέσει, μετά τα πρόσφατα γεγονότα, αμηχανία στους εταίρους μας. Όταν, μάλιστα, οι Γερμανοί δεν έθεσαν θέμα αρχής για τον εαυτό τους, θυσιάζοντας την ηθική αξία υπέρ ενός άλλου στόχου, μπορούμε να έχουμε την προσμονή ότι θα επιμένουν για εμάς;
Η αρχή φυσικά, είναι ιερή, αλλά δεν μπορεί πλέον να αποτελεί το βασικό στοιχείο της επικοινωνιακής μας πολιτικής. Αυτό είναι ξεκάθαρο.
Ποτέ στην πολιτική δεν είναι όλα χαμένα. Φτάνει, όμως, να αναζητούνται, τουλάχιστον, λύσεις όταν προβλήματα εμφανίζονται μπροστά μας, αντί απλά να τα αγνοούμε. Και φαίνεται ότι το συγκεκριμένο το αγνοούμε.


Η δυστυχία του να είσαι υπουργός

08/11/2009

Η αντίδραση της κυβέρνησης στην οικονομική κρίση επικεντρώθηκε στο επικοινωνιακό εγχείρημα της αποφυγής της επιτήρησης, σε συνδυασμό με τη συνέχιση της «ανθρωποκεντρικής» πολιτικής των παροχών. Σε αυτό το πλαίσιο, και με αταλάντευτη εμμονή στον ρόλο που έχει να διαδραματίσει η ψυχολογία και το κλίμα της αγοράς, επιχείρησαν να πείσουν ότι η Κύπρος θα βγει «αλώβητη» από την κρίση, όπως είχε σημειώσει ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας.

Ο υπουργός Οικονομικών επιχείρησε να επιβεβαιώσει τους πολίτες ότι η οικονομία δεν θα βιώσει τις εντάσεις που βιώνουν άλλοι εταίροι μας και πως δεν πρέπει να αισθάνονται την αβεβαιότητα και την ανασφάλεια που διαγράφεται πίσω από το κούμπωμά τους στην κατανάλωση.

Ταυτόχρονα, πιστεύοντας ότι βασικό στοιχείο της ανάκαμψης θα είναι η έλκυση ξένων επενδυτών, ο κ. Σταυράκης εστίασε την προσοχή του στους δείκτες της οικονομίας και στη συγκράτηση του ελλείμματος όσο το δυνατόν πιο κοντά στο 3%, με στόχο να αποφευχθεί η επιτήρηση – και η κριτική που αυτή συνεπάγεται – και να μη φοβηθεί το ξένο κεφάλαιο ότι η Κύπρος είναι ανασφαλής προορισμός.

Δύσκολα θα μπορούσε κανείς να αρνηθεί ότι τα μέτρα που λήφθηκαν, κινήθηκαν όλα προς τη σωστή κατεύθυνση. Ταυτόχρονα, εύκολα μπορεί κανείς να επιχειρηματολογήσει ότι επιπλέον μέτρα ήταν δυνατά και πως, αν λαμβάνονταν, η κρίση θα γινόταν λιγότερο αισθητή από τις επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά.

Ακόμα, αυτή η στήλη υποστήριξε, από την πρώτη της μέρα, τη θέση ότι η παρούσα συγκυρία αποτελεί μία μοναδική ευκαιρία για ριζικές διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις που να στρέφονται προς τις μακροπρόθεσμες ανισορροπίες της οικονομίας. Αυτές οι ανισορροπίες θέτουν σε κίνδυνο τόσο το μέλλον της οικονομίας, όσο και την ευρωστία του κράτους. Δυστυχώς, απ’ ό,τι φαίνεται, τέτοια ευκαιρία θα υπάρχει μέχρι και το 2012 και το πιθανότερο είναι ότι θα παραμείνει αναξιοποίητη.

Ταυτόχρονα, ένα άλλο έλλειμμα που παρατηρείται, βρίσκεται στην απόσταση μεταξύ των μέτρων που έχουν εξαγγελθεί και του αντίκτυπού τους στην οικονομία. Πέρα από ελλιπή και καθυστερημένα, φαίνεται ότι ακόμη και αυτά τα μέτρα δεν έχουν αποφέρει σημαντικές επιδράσεις, εκτός από τον περιορισμό των δημοσίων ελλειμμάτων.

Η κυβέρνηση επαναλαμβάνει ότι έχει ήδη παραχωρήσει μια σειρά από πακέτα κατά της κρίσης. Ωστόσο, αυτά τα πακέτα δεν έγιναν αισθητά. Η στήριξη του τουρισμού και των κατασκευών δεν έχουν τονώσει τους κλάδους, ενώ και η υλοποίηση του αναπτυξιακού προϋπολογισμού, αν και ψηλότερη από πέρσι, δεν έχει φτάσει ούτε καν στο μισό του στόχου του 80% που είχε τεθεί.

Είναι πανθομολογούμενο ότι η μικροδιαχείριση της οικονομικής πολιτικής (η υλοποίηση δηλαδή του αναπτυξιακού προϋπολογισμού) δεν περνά από το χέρι του υπουργού Οικονομικών κατά κύριο λόγο. Αυτός όμως στάθηκε μπροστά στους δημοσιογράφους, την περασμένη εβδομάδα, για να δεχθεί τα πυρά, εφόσον θεωρητικά ευθύνεται.

Το ρεπορτάζ της υλοποίησης του προϋπολογισμού καταδεικνύει ότι οι πιέσεις που δέχεται ο υπουργός για να μην εφαρμοστούν οι αποφάσεις του είναι αφόρητες και προέρχονται είτε από κυβερνώντα κόμματα είτε από άλλους υπουργούς. Και η θλιβερή διαπίστωση είναι ότι ο υπουργός δεν δείχνει να κατέχει το αναγκαίο πολιτικό εκτόπισμα για να λειτουργήσει ως «κλασικός» υπουργός Οικονομικών. Ενώ άπαντες οι (συν)κυβερνώντες τον στηρίζουν στα λόγια, οι πιέσεις που δέχεται από κάθε πλευρά της κυβέρνησης καθιστούν τις εξοικονομήσεις που επιχειρεί (οι οποίες δεν είναι καν μόνιμες) σχεδόν αδύνατες. Και αυτός, αναγκαστικά, ενδίδει.

Η στήλη μπορεί να διαφωνεί κάθετα με την ευρύτερη οικονομική προσέγγιση του υπουργού. Ωστόσο, το ότι δεν μπορεί να υλοποιήσει ούτε και τις εξοικονομήσεις που εξαγγέλλει, είναι πολύ πιο σοβαρό και για τον ίδιο και για τη διακυβέρνηση.

Μπορεί κανείς να πάρει μια σειρά από παραδείγματα. Στο Υπουργείο Υγείας διαπιστώνονται μεν τα προβλήματα, αλλά δεν αντιμετωπίζονται. Στο Υπουργείο Εμπορίου προωθούνται τα έργα, αλλά δεν υπογράφονται τα συμβόλαια. Στο Υπουργείο Συγκοινωνιών γίνονται μικροέργα, αλλά δεν προχωρούν τα πιο σοβαρά. Για αναπτυξιακά έργα, όπως το κτήριο της Βουλής και το Μέγαρο Πολιτισμού, το Προεδρικό, τα κόμματα της συγκυβέρνησης και οι υπουργοί αναλαμβάνουν συγκρουόμενες δεσμεύσεις.

Ακόμα, την ίδια στιγμή που ο κ. Σταυράκης ανακοίνωνε μέτρα και επιχειρούσε να συγκρατήσει την ψυχολογία της αγοράς, συνεχίζονταν οι διεργασίες για τη μείωση στον φόρο κατανάλωσης, μία πολιτική με την οποία ο ίδιος φαίνεται να διαφωνεί. Δεν είχε, όμως, το πολιτικό βάρος για να αντισταθεί, και αναγκάστηκε να ακολουθήσει.

Προκύπτει, όμως, και ένα άλλο συμπέρασμα για το Υπουργείο Οικονομικών. Ο υπουργός δεν είναι άτομο με πολιτικό λόγο ή εκτόπισμα στην πολιτική σκηνή, και αυτό είναι το πρόβλημά του στην αντιμετώπιση της κρίσης. Σε κάθε τηλεφώνημα, σε κάθε μικροπολιτική ανησυχία που κατευθύνει τις αποφάσεις, σε κάθε επιμονή να εξοικονομηθούν χρήματα από κάποιον άλλο, ο κ. Σταυράκης έχει την ευθύνη να αντιστέκεται. Ενώ είναι άτομο «της οικονομίας», παίζει ένα εκτός έδρας παιγνίδι στο γήπεδο της πολιτικής.

Όταν, όμως, ο Πρόεδρος επέλεξε για Υπουργό Οικονομικών ένα άτομο που δεν είναι πολιτικός, τότε έπρεπε να γνωρίζει πως οφείλει να τον στηρίξει πλήρως.

Αντίθετα, ο κ. Σταυράκης, στο εκτός έδρας πολιτικό παιγνίδι, όπου «παίζει» μόνος χωρίς βοήθεια από την κυβέρνηση, όσο και αν προσπαθεί, δεν δείχνει να πετυχαίνει ουσιαστικό αποτέλεσμα.


Σταλινιστικός και ανθελληνικός ο ΠΑΝ.ΣΥ.ΦΙ. ΑΠΟΕΛ

05/11/2009

Για δεύτερη φορά, σε 71 άρθρα η στήλη θα εκφραστεί υπό προσωπική ιδιότητα, ως αποελίστας, που θεωρεί ότι, πράγματι, το ΑΠΟΕΛ είναι «ιδέα» και έχει μία μακρά ιστορία που δεν μπορεί κανείς να την ξεχάσει.
Ωστόσο, έχουμε περάσει πια, από την αγγλοκρατία στην δημοκρατία.

Όταν κάποτε δεν υπήρχαν μέσα έκφρασης και πολιτικής κοινωνικοποίησης, οι αθλητικοί σύλλογοι της Κύπρου γέμισαν το κενό. Σήμερα όμως, αυτό δεν μπορεί να ισχύει. Η λογική ότι ο αθλητισμός αποτελεί μέσο πολιτικοποίησης απορρέει μόνο από την απολυταρχική λογική των Μπολσεβίκων και της Σοβιετικής Επανάστασης. Αναδείχτηκε, μάλιστα, σε επιστήμη, από τον Στάλιν ο οποίος επέκτεινε την δραστηριότητα του κράτους σε όλες τις πτυχές της κοινωνικής ζωής, και ανέδειξε τις αθλητικές ομάδες, τα γήπεδα και τους ίδιους τους αθλητές σε φερέφωνο ιδεολογικών τοποθετήσεων.

Τι ειρωνεία, λοιπόν, οι οργανωμένοι οπαδοί να ακολουθούν μία καθαρά σταλινιστική νοοτροπία στα γήπεδα.

Τι ειρωνεία, ακόμα, να φορούν σβάστικες. Αυτά τα σύμβολα είναι για όλους αισχρά, αφού μεταδίδουν μηνύματα που σίγουρα μόνο ο πιο ανιστόρητος και αδαής έφηβος μπορεί να σεβαστεί. Είναι, όμως, ακόμα πιο σχιζοφρενικό να λέει κάποιος ότι λειτουργεί «ως Έλληνας» αλλά να φορά το σύμβολο αυτό. Διότι «Έλληνας» δεν μπορεί να είναι κάποιος που δεν ξέρει καν τη δική του ιστορία και ανορθώνει τα σύμβολα εκείνων που το έθνος πολέμησε με τόση μανία.

Και κάτι ακόμα. Η κερκίδα του ΑΠΟΕΛ, ορθά ή λάθος, τιμά τον Γρίβα πολύ συχνά. Νομίζουν μήπως ότι ο Γρίβας, που έκανε «μάχες» στο Γενικό Επιτελείο για να τον στείλουν στη Δεύτερη Μεραρχία στην Αλβανία να πολεμήσει, θα χαιρόταν με τη σβάστικα, την οποία πολέμησε μέχρι το 1945;

Ως σύλλογος, το ΑΠΟΕΛ, φυσικά, δικαιούται και υποχρεούται να διατηρεί τα ελληνικά ιδεώδη ζωντανά και να διδάσκει στους νέους της πρωτεύουσας. Να προωθεί εκείνες τις αρχές και τα πιστεύω που αποτελούν γνωρίσματα του τι εστί «Ελληνισμός». Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι δικαιούμαστε να δείχνουμε τόσο μεγάλη ασέβεια στο Έθνος. Άσε που, άλλο σύλλογος και άλλο εταιρεία.

Και, για να μη ξεχνιόμαστε, ασέβεια και στους παίκτες μας. Όποιος αγαπούσε το ΑΠΟΕΛ την Τρίτη την νύκτα, θα έστρεφε την μανία του σε εκείνους που εξασφάλιζαν κακή ψυχολογία στους παίκτες και πρόστιμα στην ομάδα, αντί να γράφουν τα σύμβολα των εχθρών του έθνους στα γραφεία της εταιρείας.

Έλεος.

ΥΓ. Απολογούμαι για το λάθος στην πέμπτη παράγραφο. Ο Γρίβας πολέμησε τους ναζί μέχρι το 1944 και όχι το 1945.
Με την αρχή της αποχώρησης, υπήρξε, σύμφωνα με όλα τα στοιχεία, συνεργασία μεταξύ Άγλλοαμερικανών και Γερμανών, με την οποία οι πρώτοι εξασφάλιζαν οπλισμό από τους δεύτερος εν μέσω αποχώρησής τους. Από ότι γνωρίζω, ο Γρίβας έλαβε μέρος σε αυτές τις συναλλαγές, που ήταν, ουσιαστικά, μέρος του εμφυλίου.